Kata Biblon
Index of Trench's Synonyms of the New Testament

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Α α

αα- αβ- αγ- αδ- αε- αζ- αη- αθ- αι- ακ- αλ- αμ- αν- αξ- αο- απ- αρ- ας- ατ- αυ- αφ- αχ- αψ- αω-

ἀγαθωσύνη (§lxiii. ἀγαθωσύνη, χρηστότης)
ἀγαπάω (§xii. ἀγαπάω, φιλέω)
ἅγιος (§lxxxviii. ἱερός, ὅσιος, ἅγιος, ἁγνός)
ἀγνόημα (§lxvi. ἁμαρτία, ἁμάρτημα, ἀσέβεια, παρακοή, ἀνομία, παρανομία, παράβασις, παράπτωμα, ἀγνόημα, ἥττημα)
ἁγνός (§lxxxviii. ἱερός, ὅσιος, ἅγιος, ἁγνός)
ἀγράμματος (§lxxix. ἀγράμματος, ἰδιώτης)
ἄδολος (§lvi. ἁπλοῦς, ἀκέραιος, ἄκακος, ἄδολος)
αἰδώς (§xix. αἰσχύνη, αἰδώς, ἐντροπή)
αἰδώς (§xx. αἰδώς, σωφροσύνη)
αἵρεσις (§cvii. 4. σχίσμα, αἵρεσις)
αἰσχρολογία (§xxxiv. μωρολογία, αἰσχρολογία,εὐτραπελία)
αἰσχύνη (§xix. αἰσχύνη, αἰδώς, ἐντροπή)
αἰτέω (§xl. αἰτέω, ἐρωτάω)
αἴτημα (§li. εὐχή, προσευχή, δέησις, ἔντευξις, εὐχαριστία, αἴτημα, ἱκετηρία)
αἰτία (§iv. ἐπιτιμάω, ἐλέγχω (αἰτία, ἔλεγχος))
αἰών (§lix. κόσμος, αἰών)
ἄκακος (§lvi. ἁπλοῦς, ἀκέραιος, ἄκακος, ἄδολος)
ἀκέραιος (§lvi. ἁπλοῦς, ἀκέραιος, ἄκακος, ἄδολος)
ἀλαζών (§xxix. ἀλαζών, ὑπερήφανος, ὑβριστής)
ἀληθής (§viii. ἀληθής, ἀληθινός)
ἀληθινός (§viii. ἀληθής, ἀληθινός)
ἀλληγορέω (§cvii. 8. τύπος, ἀλληγορούμενον)
ἄλλος (§xcv. ἄλλος, ἕτερος)
ἀμαράντινος (§lxviii. ἄφθαρτος, ἀμάραντος, ἀμαράντινος)
ἀμάραντος (§lxviii. ἄφθαρτος, ἀμάραντος, ἀμαράντινος)
ἁμάρτημα (§lxvi. ἁμαρτία, ἁμάρτημα, ἀσέβεια, παρακοή, ἀνομία, παρανομία, παράβασις, παράπτωμα, ἀγνόημα, ἥττημα)
ἁμαρτία (§lxvi. ἁμαρτία, ἁμάρτημα, ἀσέβεια, παρακοή, ἀνομία, παρανομία, παράβασις, παράπτωμα, ἀγνόημα, ἥττημα)
ἄμεμπτος (§ciii. ἄμωμος, ἄμεμπτος, ἀνέγκλητος, ἀνεπίλη(μ)πτος/ἀνεπίληπτος)
ἀμφίβληστρον (§lxiv. δίκτυον, ἀμφίβληστρον, σαγήνη)
ἄμωμος (§ciii. ἄμωμος, ἄμεμπτος, ἀνέγκλητος, ἀνεπίλη(μ)πτος/ἀνεπίληπτος)
ἀνάθεμα (§v. ἀνάθημα, ἀνάθεμα)
ἀνάθημα (§v. ἀνάθημα, ἀνάθεμα)
ἀνακαίνωσις (§xviii. παλιγγενεσία, ἀνακαίνωσις)
ἀνάμνησις (§cvii. 6. ἀνάμνησις, ὑπόμνησις)
ἀνάπαυσις (§xli. ἀνάπαυσις, ἄνεσις)
ἀνέγκλητος (§ciii. ἄμωμος, ἄμεμπτος, ἀνέγκλητος, ἀνεπίλη(μ)πτος/ἀνεπίληπτος)
ἄνεμος (§lxxiii. πνοή, πνεῦμα, ἄνεμος, λαῖλαψ, θύελλα)
ἀνεπίλη (§ciii. ἄμωμος, ἄμεμπτος, ἀνέγκλητος, ἀνεπίλη(μ)πτος/ἀνεπίληπτος)
ἄνεσις (§xli. ἀνάπαυσις, ἄνεσις)
ἀνθρωποκτόνος (§lxxxiii. φονεύς, ἀνθρωποκτόνος, σικάριος)
ἀνομία (§lxvi. ἁμαρτία, ἁμάρτημα, ἀσέβεια, παρακοή, ἀνομία, παρανομία, παράβασις, παράπτωμα, ἀγνόημα, ἥττημα)
ἀνοχή (§liii. μακροθυμία, ὑπομονή, ἀνοχή)
ἀντί (§lxxxii. ὑπέρ, ἀντί)
ἀντίχριστος (§xxx. ἀντίχριστος, ψευδόχριστος)
ἁπλοῦς (§lvi. ἁπλοῦς, ἀκέραιος, ἄκακος, ἄδολος)
ἀποκάλυψις (§xciv. ἀποκάλυψις, ἐπιφάνεια, φανέρωσις)
ἀπολύτρωσις (§lxxvii. ἀπολύτρωσις, καταλλαγή, ἱλασμός)
ἅπτω (§xvii. θιγγάνω, ἅπτομαι, ψηλαφάω)
ἀργός (§civ. βραδύς, νωθρός, ἀργός)
ἄρτιος (§xxii. ὁλόκληρος, τέλειος, ἄρτιος)
ἀρχαῖος (§lxvii. ἀρχαῖος, παλαιός)
ἀσέβεια (§lxvi. ἁμαρτία, ἁμάρτημα, ἀσέβεια, παρακοή, ἀνομία, παρανομία, παράβασις, παράπτωμα, ἀγνόημα, ἥττημα)
ἀσέλγεια (§xvi. ἀσωτία, ἀσέλγεια)
ἄσπονδος (§lii. ἀσύνθετος, ἄσπονδος)
ἀστεῖος (§cvi. ἀστεῖος, ὡραῖος, καλός)
ἀσύνθετος (§lii. ἀσύνθετος, ἄσπονδος)
ἀσωτία (§xvi. ἀσωτία, ἀσέλγεια)
αὐθάδης (§xciii. αὐθάδης, φίλαυτος)
αὐστηρός (§xiv. σκληρός, αὐστηρός)
ἄφεσις (§xxxiii. ἄφεσις, πάρεσις)
ἄφθαρτος (§lxviii. ἄφθαρτος, ἀμάραντος, ἀμαράντινος)
ἀχλύς (§c. σκότος, γνόφος, ζόφος, ἀχλύς)
ἀχρεῖος (§cvii. 16. ἄχρηστος, ἀχρεῖος)
ἄχρηστος (§cvii. 16. ἄχρηστος, ἀχρεῖος)

Copyright 2007-2017 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Wednesday, 20-Sep-2017 03:35:19 EDT