μονωτατος • MONWTATOS • monōtatos

Search: μονωτατη

MatchLemmaUncontracted Form(s)Parsing
μονωτατῃ; μονωτατημονώτατοςμονωτατ·ῃ; μονωτατ·ηfem dat sg; fem nom|voc sg

μονώ·τατος -η -ον [LXX] (Superl. of μόνος)

Adjective (2-1-2)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

2-1-2 Adjective
ContractedUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocμονωτατη[LXX]μονωτατεμονωτατ·ημονωτατ·ε
Nomμονωτατος[LXX]μονωτατ·ος
Accμονωτατηνμονωτατον[LXX]μονωτατ·ηνμονωτατ·ον
Datμονωτατῃμονωτατῳμονωτατ·ῃμονωτατ·ῳ
Genμονωτατηςμονωτατουμονωτατ·ηςμονωτατ·ου
PlVocμονωταταιμονωτατοι[LXX]μονωταταμονωτατ·αιμονωτατ·οιμονωτατ·α
Nom
Accμονωταταςμονωτατουςμονωτατ·αςμονωτατ·ους
Datμονωταταιςμονωτατοιςμονωτατ·αιςμονωτατ·οις
Genμονωτατωνμονωτατ·ων

Copyright 2007-2024 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Wednesday, 24-Apr-2024 07:08:48 EDT