Sign In | New Login | Edit Anonymously

  Wiki Lexicon of the Greek New Testament
and Concordance

Note: The lexicon is finally 100% complete for the GNT (excluding glosses) as of May 16, 2009.

Π π

Annotated entries are asterisked.

παγιδεύω to entrap (v.)
παγίς, -ίδος, ἡ trap (n.)
πάγος, -ου, ὁ crag/outcrop (n.)
πάθημα, -ατος, τό ??? (n.)
παθητός -ή -όν ??? (adj.)
πάθος, -ους, τό ??? (n.)
παιδαγωγός, -οῦ, ὁ guardian (n.)
παιδάριον, -ου, τό child/young slave (n.)
παιδεία, -ας, ἡ training (n.)
παιδευτής, -οῦ, ὁ corrector (n.)
παιδεύω to discipline (v.)
παιδιόθεν from childhood (adv.)
παιδίον, -ου, τό child (n.)
παιδίσκη, -ης, ἡ slave girl (n.)
παίζω to play (v.)
* παῖς, -αιδός, ὁ and child/servant (n.)
παίω to ??? (v.)
πάλαι long ago/some time back (adv.)
παλαιός -ά -όν old (adj.)
παλαιότερος -α -ον [LXX] older (adj.)
* παλαιότης, -ητος, ἡ oldness (n.)
παλαιόω to make old (v.)
πάλη, -ης, ἡ struggle (n.)
παλιγγενεσία, -ας, ἡ again-birth (n.)
πάλιν again (adv.)
παμπληθεί all at once (adv.)
πάμπολυς -πολλη -πολυ very large (adj.)
Παμφυλία, -ας, ἡ Pamphylia (n.) [Place]
πανδοχεῖον, -ου, τὁ inn (n.)
πανδοχεύς, -έως, ὁ innkeeper (n.)
πανήγυρις, -εως, ἡ festal gathering (n.)
πανθήρ, -ῆρος, ὁ [LXX] panther (n.)
πανοικεί v.l. -κί with household/family (adv.)
πανοικί (s. -κεί) with household/family (adv.)
πανοπλία, -ας, ἡ panoply (n.)
πανουργία, -ας, ἡ slyness (n.)
πανοῦργος -ον sly (adj.)
πανουργότερος -α -ον [LXX] more sly (adj.)
πανταχῇ everywhere (adv.)
πανταχόθεν from everywhere (adv.)
πανταχοῦ everywhere (adv.)
παντελής -ές complete (adj.)
πάντῃ everywhere/in every way (adv.)
πάντοθεν from everywhere (adv.)
παντοκράτωρ, -ορος, ὁ ruler of all (n.)
πάντοτε always (adv.)
πάντως wholly (adv.)
παρά beside (+acc,+gen,+dat) (prep.)
παραβαίνω to ??? (v.)
παραβάλλω to ??? (v.)
παράβασις, -εως, ἡ transgression (n.)
παραβάτης, -ου, ὁ transgressor (n.)
παραβιάζομαι to ??? (v.)
παραβιβάζω [LXX] to ??? (v.)
παραβολεύομαι to risk (v.)
παραβολή, -ῆς, ἡ parable (n.)
παραβουλεύομαι to be careless (v.)
παραγγελία, -ας, ἡ ??? (n.)
παραγγέλλω to command (v.)
παραγίνομαι to show up (v.)
παράγω to ??? (v.)
παραδειγματίζω to ??? (v.)
παράδεισος, -ου, ὁ paradise (n.)
παραδέχομαι to welcome (v.)
παραδιατριβή, -ῆς, ἡ (s. διαπαρα-) wrangling (n.)
παραδίδωμι to hand over (v.)
παράδοξος -ον paradoxical (adj.)
παράδοξότατος -η -ον [LXX] more paradoxical (adj.)
παράδοσις, -εως, ἡ ??? (n.)
παραζηλόω to make jealous (v.)
παραθαλάσσιος -ία -ον by the sea (adj.)
παραθεωρέω to overlook (v.)
παραθήκη, -ης, ἡ deposit (n.)
παραινέω to urge (v.)
παραιτέομαι to decline (v.)
παρακαθέζομαι to ??? (v.)
παρακαθεύδω [LXX] to ??? (v.)
παρακάθημαι [LXX] to ??? (v.)
παρακαθίζω to sit down beside (v.)
παρακαθίστημι [LXX] to ??? (v.)
παρακαλέω to coax/reassure (v.)
παρακαλύπτω to ??? (v.)
παρακαταθήκη, -ης, ἡ deposit (n.)
παρακατατίθημι [LXX] to ??? (v.)
παράκειμαι to ??? (v.)
παρακλείω [LXX] to ??? (v.)
παράκλησις, -εως, ἡ ??? (n.)
παράκλητος, -ου, ὁ intercessor (n.)
παρακλήτωρ, -ορος, ὁ [LXX] ??? (n.)
παρακοή, -ῆς, ἡ inattentive disregard (n.)
παρακολουθέω to ??? (v.)
παρακούω to ignore (v.)
παρακύπτω to ??? (v.)
παραλαμβάνω to take along (v.)
παραλέγομαι to ??? (v.)
παράλιος (-α) -ον seacoast (adj.)
παραλλαγή, -ῆς, ἡ variation (n.)
παραλογίζομαι to ??? (v.)
παραλυτικός -ή -όν paralytic (adj.)
παραλύω to paralyze (v.)
παραμένω to abide (v.)
παραμυθέομαι to ??? (v.)
παραμυθία, -ας, ἡ ??? (n.)
παραμύθιον, -ου, τό ??? (n.)
παραναγινώσκω [LXX] to ??? (v.)
παραναλίσκω [LXX] to ??? (v.)
παρανομέω/παρανομέω to be outside the law (v.)
παρανομία, -ας, ἡ lawlessness (n.)
παραπικραίνω to embitter (v.)
παραπικρασμός, -οῦ, ὁ embitterment (n.)
παραπίπτω to ??? (v.)
παραπλέω to ??? (v.)
παραπλήσιος -ία -ον similar (adj.)
παραπλησίως similarly (adv.)
παραπορεύομαι to ??? (v.)
παράπτωμα, -ατος, τό transgression (n.)
παραρρέω to Drift on by (v.)
παράσημον, -ου, τό insignia (n.)
παράσημος -ον marked (adj.)
παρασκευάζω to prepare (v.)
παρασκευή, -ῆς, ἡ preparation (n.)
παραστήκω (derivation of -ίστημι) [LXX] to ??? (v.)
παρασυμβάλλω [LXX] to ??? (v.)
παρατάσσω [LXX] to mobilize (v.)
παρατείνω to ??? (v.)
παρατηρέω to watch (v.)
παρατήρησις, -εως, ἡ ??? (n.)
παρατίθημι to submit for-consideration (v.)
παρατυγχάνω to happen to be nearby (v.)
παραυτίκα momentary (adv.)
παραφέρω to ??? (v.)
παραφρονέω to be delirious (v.)
παραφρονία, -ας, ἡ ??? (n.)
παραχειμάζω to ??? (v.)
παραχειμασία, -ας, ἡ wintering (n.)
παραχρῆμα immediately (adv.)
πάρδαλις, -εως, ἡ leopard (n.)
παρεδρεύω to concern oneself with (v.)
πάρειμι[1] fr. εἰμί[1] to be present/here (v.)
πάρειμι[2] fr. εἶμι[2] [LXX] to pass by (v.)
παρεισάγω to ??? (v.)
παρείσακτος -ον sneak in (adj.)
παρεισδύ(ν)ω to slip in (v.)
παρεισδύω (s. -δύ(ν)ω) to slip in (v.)
παρεισέρχομαι to ??? (v.)
παρεισφέρω to ??? (v.)
παρεκτός except (adv.)
παρεμβάλλω to encamp (v.)
παρεμβολή, -ῆς, ἡ camp (n.)
παρεμπίπτω [LXX] to ??? (v.)
παρενοχλέω to cause difficulty (v.)
παρεξίστημι [LXX] to ??? (v.)
παρεπίδημος -ον ??? (adj.)
παρέρχομαι to “Pass away” (v.)
πάρεσις, -εως, ἡ letting go unpunished (n.)
παρέχω to ??? (v.)
παρηγορία, -ας, ἡ comfort (n.)
παρθενία, -ας, ἡ virginity (n.)
παρθένιος -ία -ον [LXX] virgin (adj.)
παρθένος, -ου, ἡ virgin (n.)
Πάρθοι, -ων, οἱ Parthians (n.)
παρίημι to ??? (v.)
παριστάνω/-ιστάω (by-form of παρίστημι) to ??? (v.)
παρίστημι to stand by (v.)
Παρμενᾶς, -ᾶ, ὁ Parmenas (n.) [Person]
πάροδος, -ου, ἡ ??? (n.)
παροικέω to ??? (v.)
παροικία, -ας, ἡ ??? (n.)
πάροικος -ον ??? (adj.)
παροιμία, -ας, ἡ proverb (n.)
πάροινος -ον drunken (adj.)
παροίχομαι to ??? (v.)
παρομοιάζω to ??? (v.)
παρόμοιος (-α) -ον resembling (adj.)
παροξύνω to provoke (v.)
παροξυσμός, -οῦ, ὁ provocation (n.)
παροργίζω to ??? (v.)
παροργισμός, -οῦ, ὁ anger (n.)
παροτρύνω to incite (v.)
παρουσία, -ας, ἡ presence (n.)
παροψίς, -ίδος, ἡ plate (n.)
παρρησία, -ας, ἡ boldness (n.)
παρρησιάζομαι to ??? (v.)
πᾶς πᾶσα πᾶν every (adj.)
πάσσω [LXX] to ??? (v.)
πάσχα, τό passover (n.)
πάσχω to suffer (v.)
Πάταρα, -ων, τά Patara (n.) [Place]
πατάσσω to ??? (v.)
πατέω to stomp (v.)
πατήρ, -τρός, ὁ father (n.)
Πάτμος, -ου, ὁ Patmos (n.)
πατριά, -ᾶς, ἡ patrilineage (n.)
πατριάρχης, -ου, ὁ patriarch (n.)
πατρικός -ή -όν ??? (adj.)
πατρίς, -ίδος, ἡ fatherland (n.)
Πατροβᾶς, -ᾶ, ὁ Patrobos (n.) [Person]
πατρολῴας, -ου, ὁ patricide (n.)
πατροπαράδοτος -ον ??? (adj.)
πατρῷος -α -ον paternal (adj.)
Παῦλος, -ου, ὁ Paul (n.) [Person]
παύω to cease (v.)
Πάφος, -ου, ἡ Paphos (n.)
παχύνω to ??? (v.)
παχύς -εῖα -ύ [LXX] stout (adj.)
παχύτερος -α -ον [LXX] stouter (adj.)
πέδη, -ης, ἡ shackle (n.)
πεδινός -ή -όν level (adj.)
πεζεύω to travel by land (v.)
πεζῇ by land (adv.)
πεζός -ή -όν going by land (adj.)
πειθαρχέω to ??? (v.)
πειθός -ή -όν persuasive (adj.)
πείθω to persuade/convince (v.)
πεινάω to hunger (v.)
πεῖρα, -ας, ἡ trial (n.)
πειράζω to prove/test (v.)
πειρασμός, -οῦ, ὁ temptation (n.)
πειράω to try/attempt (v.)
πεισμονή, -ῆς, ἡ persuasion (n.)
πέλαγος, -ους, τό ??? (n.)
πελεκίζω to ??? (v.)
πέλυξ, -υκος, ὁ [LXX] ??? (n.)
πέμπτος -η -ον fifth (adj.)
πέμπω to send (v.)
* πένης, -ητος, ὁ poor person (n.)
πενθερά, -ᾶς, ἡ mother-in-law (n.)
πενθερός, -οῦ, ὁ father-in-law (n.)
* πενθέω to grieve (v.)
* πένθος, -ους, τό grief (n.)
πενιχρός -ά -όν poor (adj.)
πεντάκις five times (adj.)
πεντακισχίλιοι -αι -α five thousand (adj.)
πεντακόσιοι -αι -α five hundred (adj.)
πενταπλασίως [LXX] fivefold-ly (adv.)
πενταπλόος -έα -ον (s.πενταπλοῦς) [LXX] fivefold (adj.)
πενταπλοῦς -ῆ -οῦν a.k.a. πενταπλόος [LXX] fivefold (adj.)
πέντε five (adj.)
πεντεκαίδεκα (s. δεκαπέντε) [LXX] fifteen (adj.)
πεντεκαιδέκατος -η -ον fifteenth (adj.)
πεντεκαιεικοσαετής -ές [LXX] of a twenty-five-year period (adj.)
πεντήκοντα fifty (adj.)
πεντηκοστή, -ῆς, ἡ Pentecost (n.)
πεντηκοστός -ή -όν fiftieth (adj.)
πεποίθησις, -εως, ἡ conviction (n.)
πέρα [LXX] beyond (adv.)
περαίνω [LXX] to reach the end (v.)
περαιτέρω further (adv.)
πέραν across (adv.)
πέρας, -ατος, τό end/terminus (n.)
Πέργαμον, -ου, τό (s. -μος) Pergamus/Pergamum (n.)
Πέργαμος, -ου, ἡ or -μον, -ου, τό Pergamus/Pergamum (n.)
Πέργη, -ης, ἡ Perga (n.)
πέρδιξ, -ικος, ἡ [LXX] partridge (n.)
περί about (+acc,+gen) (prep.)
περιάγω to lead around (v.)
περιαιρέω to jettison (v.)
περιάπτω to ??? (v.)
περιαστράπτω to ??? (v.)
περιβάλλω to adorn with (v.)
περιβλέπω to ??? (v.)
περιβόλαιον, -ου, τό covering (n.)
περιγίνομαι [LXX] to ??? (v.)
περιδέω to ??? (v.)
περιδύω [LXX] to ??? (v.)
περιεκτικώτατος -η -ον [LXX] ??? (adj.)
περιεργάζομαι to ??? (v.)
περίεργος -ον meddling (adj.)
περιέρχομαι to go about (v.)
περιέχω to envelop/hem in (v.)
περιζώννυμι/-ζωννύω to ??? (v.)
περιζωννύω (s. -ζώννυμι) to ??? (v.)
περίθεσις, -εως, ἡ putting on (n.)
περιΐστημι to stand around (v.)
περικάθαρμα, -ατος, τό dirt (n.)
περικαθίζω [LXX] to ??? (v.)
περικαλύπτω to ??? (v.)
περίκειμαι to encompass (v.)
περικεφαλαία, -ας, ἡ helmet (n.)
περικλάω [LXX] to ??? (v.)
περικρατής -ές overpowering (adj.)
περικρύβω a.k.a. -κρύπτω to ??? (v.)
περικρύπτω (s. -κρύβω) to acquire (v.)
περικυκλόω to encircle (v.)
περιλάμπω to ??? (v.)
περιλείπομαι to ??? (v.)
περίλυπος -ον ??? (adj.)
περιμένω to ??? (v.)
πέριξ all around (adv.)
περιξύω [LXX] to ??? (v.)
περιοικέω to ??? (v.)
περίοικος -ον ??? (adj.)
περιούσιος -ον chosen (adj.)
περιοχή, -ῆς, ἡ pericope (n.)
περιπατέω to walk (v.)
περίπατος, -ου, ὁ [LXX] walk (n.)
περιπείρω to skewer (v.)
περιπίπτω to encounter (v.)
περιποιέω to procure (v.)
περιποίησις, -εως, ἡ procurement (n.)
περιρήγνυμι (s. -ρρήγνυμι) to tear off (v.)
περιρρήγνυμι/-ρήγνυμι to tear off (v.)
περιρρήσσω (s. -ρρήγνυμι) to tear off (v.)
περισπάω to ??? (v.)
περισσεία, -ας, ἡ abundance (n.)
περίσσευμα, -ατος, τό ??? (n.)
* περισσεύω to lavish (v.)
περισσός -ή -όν above and beyond (adj.)
περισσότερον more abundant (adv.)
περισσότερος -τέρα -ον more exceptional (adj.)
περισσοτέρως more exceptionally/all the more (adv.)
περισσῶς all the more (adv.)
* περιστερά, -ας, ἡ pigeon (n.)
περισύρω [LXX] to ??? (v.)
περιτειχίζω [LXX] to ??? (v.)
περιτέμνω to circumcise (v.)
περιτίθημι to ??? (v.)
περιτομή, -ῆς, ἡ circumcision (n.)
περιτρέπω to ??? (v.)
περιτρέχω to ??? (v.)
περιφέρω to ??? (v.)
περιφρονέω to ??? (v.)
περίφρων -ον [LXX] thoughtful (adj.)
περιχαλάω [LXX] to ??? (v.)
περιχέω [LXX] to ??? (v.)
περίχωρος -ον neighboring (adj.)
περίψημα, -ατος, τό off-scouring (n.)
περπερεύομαι to ??? (v.)
Περσίς, -ίδος, ἡ Persis (n.)
πέρυσι year ago (adv.)
πέταμαι (s. πέτομαι) to fly (v.)
πετάννυμι [LXX] to spread (v.)
πέταομαι (s. πέτομαι) to ??? (v.)
πετεινόν, -οῦ, τό bird (n.)
πέτομαι/πέταμαι to fly (v.)
πέτρα, -ας, ἡ rock (n.)
Πέτρος, -ου, ὁ Peter (n.) [Person]
πετρώδης -ες rock-like (adj.)
πήγανον, -ου, τό rue (n.)
πηγή, -ῆς, ἡ spring (n.)
πήγνυμι to ??? (v.)
πηδάλιον, -ου, τό rudder (n.)
πηλίκος -η -ον ??? (pron.)
πηλός, -οῦ, ὁ ??? (n.)
πήρα, -ας, ἡ bag (n.)
* πῆχυς, -εως and -εος, ὁ cubit (n.)
πιάζω to capture (v.)
πιέζω to ??? (v.)
πιθανολογία, -ας, ἡ ??? (n.)
πίθηκος, -ου, ὁ [LXX] ape/monkey (n.)
πικραίνω to make bitter (v.)
πικρία, -ας, ἡ bitterness (n.)
πικρός -ά -όν bitter (adj.)
πικρότερος -α -ον [LXX] more bitter (adj.)
πικρῶς ??? (adv.)
Πιλᾶτος, -ου, ὁ Pilate (n.) [Person]
πίμπλημι to ??? (v.)
πίμπρημι to ??? (v.)
πινακίδιον, -ου, τό ??? (n.)
πίναξ, -ακος, ὁ platter (n.)
πίνω to drink (v.)
πιότης, -ητος, ἡ ??? (n.)
πιπράσκω to sell (v.)
πίπτω to fall (v.)
Πισιδία, -ας, ἡ Pisidia (n.)
πιστεύω to believe/entrust with (v.)
πιστικός -ή -όν genuine (adj.)
πίστις, -εως, ἡ faith/trust (n.)
πιστός -ή -όν trustworthy (adj.)
πιστότερος -α -ον [LXX] more believing (adj.)
πιστόω to act on faith (v.)
πίων -ον [LXX] fat (adj.)
πλανάω to cause to stray (v.)
πλάνη, -ης, ἡ misstep (n.)
πλανήτης, -ου, ὁ wanderer (n.)
πλάνος -ον deceitful (adj.)
πλάξ, -ακός, ἡ slab (n.)
πλάσμα, -ατος, τό ??? (n.)
πλάσσω to mold (v.)
πλάστιγξ, -γγος, ἡ [LXX] ??? (n.)
πλαστός -ή -όν ??? (adj.)
πλατεῖα, -ας, ἡ wide road (n.)
πλάτος, -ους, τό width (n.)
πλατύνω to enlarge (v.)
πλατύς -εῖα -ύ wide (adj.)
πλέγμα, -ατος, τό braided hair (n.)
πλεῖστος -η -ον most (adj.)
πλείων -ον and πλέων -ον more (adj.)
πλέκω to ??? (v.)
πλεονάζω to ??? (v.)
πλεονεκτέω to exploit (v.)
πλεονέκτης, -ου, ὁ exploiter (n.)
πλεονεξία, -ας, ἡ exploitation (n.)
πλευρά, -ᾶς, ἡ rib (n.)
πλέω to ??? (v.)
πλέων -ον a.k.a. πλέον (s. πλείων) more (adj.)
πληγή, -ῆς, ἡ strike/plague (n.)
πλῆθος, -ους, τό lot (n.)
πληθύνω to increase/multiply (v.)
πληθύω [LXX] to ??? (v.)
πλήθω [LXX] to ??? (v.)
πλήκτης, -ου, ὁ bully (n.)
πλημμέλεια, -ας, ἡ [LXX] ??? (n.)
πλημμελέω [LXX] to hit wrong note (v.)
πλημμέλημα, -ατος, τό [LXX] ??? (n.)
πλημμελής -ές [LXX] off-key/out-of-tune (adj.)
πλημμέλησις, -εως, ἡ [LXX] ??? (n.)
πλήμμυρα, -ης, ἡ flood (n.)
πλήν except (adv.)
πλήρης -ες full (adj.)
πληροφορέω to carry out to completion (v.)
πληροφορία, -ας, ἡ ??? (n.)
πληρόω to fulfill (v.)
πλήρωμα, -ατος, τό fullness (n.)
πλησιάζω [LXX] to bring near (v.)
πλησιέστερον [LXX] ??? (adv.)
πλησίον nigh/nearby (adv.)
πλήσιος -α -ον [LXX] near (adj.)
πλησμονή, -ῆς, ἡ satiety (n.)
πλήσσω to strike (v.)
πλοιάριον, -ου, τό small boat (n.)
πλοῖον, -ου, τό ship (n.)
πλοῦς, πλοός, ὁ voyage (n.)
πλούσιος -ία -ον abundant (adj.)
πλουσίως ??? (adv.)
πλουσιώτερος -α -ον [LXX] ??? (adj.)
πλουτέω to ??? (v.)
πλουτίζω to make abundant (v.)
πλοῦτος, -ου, ὁ and -ους, τό wealth/abundance (n.)
πλύνω to wash (v.)
πνεῦμα, -ατος, τό spirit/breath (n.)
πνευματικός -ή -όν spiritual/incorporeal (adj.)
πνευματικῶς spiritually (adv.)
πνέω to blow (v.)
πνιγμός, -οῦ, ὁ [LXX] ??? (n.)
πνίγω to ??? (v.)
πνικτός -ή -όν strangled (adj.)
πνοή, -ῆς, ἡ gust/breath (n.)
ποδήρης -ες reaching to the feet (adj.)
ποδιστήρ, -ῆρος, ὁ [LXX] foot-bath (n.)
πόθεν from where (adv.)
ποιέω to do/make (v.)
ποίημα, -ατος, τό work (n.)
ποίησις, -εως, ἡ doing/making (n.)
ποιητής, -οῦ, ὁ doer/maker (n.)
ποικίλος -η -ον various (adj.)
ποιμαίνω to shepherd (v.)
ποιμήν, -ένος, ὁ shepherd (n.)
ποίμνη, -ης, ἡ flock (n.)
ποίμνιον, -ου, τό flock (n.)
ποῖος -α -ον what kind (pron.)
πολεμέω to wage war (v.)
πόλεμος, -ου, ὁ war (n.)
πολεμόω [LXX] to ??? (v.)
πόλις, -εως, ἡ city (n.)
πόλισ-ασεδεκ, ἡ [LXX] City of Asedec (n.)
πολιτάρχης, -ου, ὁ magistrate (n.)
πολιτεία, -ας, ἡ polity (n.)
πολίτευμα, -ατος, τό ??? (n.)
πολιτεύομαι to ??? (v.)
πολίτης, -ου, ὁ citizen (n.)
πολλάκις many times (adj.)
πολλαπλάσιος -α -ον (s. πολυ-) [LXX] manifold (adj.)
πολλαπλασίων -ον manifold (adj.)
πολυλογία, -ας, ἡ wordiness (n.)
πολυμερῶς piecemeal/part-by-part (adv.)
πολυπλάσιος -α -ον [LXX] manifold (adj.)
πολυποίκιλος -ον many-sided (adj.)
* πολύς πολλή πολύ much (adj.)
πολύσπλαγχνος -ον much-feeling (adj.)
πολυτελής -ές expensive (adj.)
πολύτιμος -ον very precious (adj.)
πολυτιμότερος -α -ον ??? (adj.)
πολυτρόπως in many manners (adv.)
πόμα, -ατος, τό drink (n.)
πονηρεύομαι [LXX] to ??? (v.)
πονηρία, -ας, ἡ wickedness (n.)
πονηρός -ά -όν wicked (adj.)
πονηρότατος -η -ον [LXX] most wicked (adj.)
πονηρότερος -α -ον more wicked (adj.)
πόνος, -ου, ὁ labor (n.)
Ποντικός -ή -όν from Pontus (adj.)
Πόντιος, -ου, ὁ Pontius (n.)
Πόντος, -ου, ὁ Pontus (n.) [Place]
Πόπλιος, -ου, ὁ Publius (n.) [Place]
πορεία, -ας, ἡ going (n.)
* πορεύω to go (v.)
πορθέω to ??? (v.)
πορισμός, -οῦ, ὁ means of gain (n.)
Πόρκιος, -ου, ὁ Porcius (n.)
πορνεία, -ας, ἡ promiscuity (n.)
πορνεύω to whore (v.)
πόρνη, -ης, ἡ prostitute (n.)
* πόρνος, -ου, ὁ promiscuous person (n.)
πόρρω ??? (adv.)
πόρρωθεν ??? (adv.)
πορρώτερον v.l. -τέρω farther (adv.)
πορρωτέρω s. -τερον farther (adv.)
πορφύρα, -ας, ἡ purple (n.)
πορφύρεος -έα -ον (s. πορφυροῦς) purple (adj.)
πορφυρόπωλις, -ιδος, ἡ purple-dealer (n.)
πορφυροῦς -ᾶ -οῦν a.k.a. πορφύρεος purple (adj.)
ποσάκις how many times (adj.)
πόσις, -εως, ἡ drinking (n.)
πόσος -η -ον how much (pron.)
ποταμός, -οῦ, ὁ river (n.)
ποταμοφόρητος -ον washed away (adj.)
ποταπός -ή -όν what kind (pron.)
πότε[1] when? (adv.)
ποτέ[2] once
πότερος -α -ον ??? (pron.)
ποτήριον, -ου, τό cup (n.)
ποτίζω to give to drink (v.)
Ποτίολοι, -ων, οἱ Puteoli (n.) [Place]
ποτόν, -οῦ, τό [EXTRA] drink (n.)
πότος, -ου, ὁ drinking party (n.)
ποῦ[1] where (adv.)
πού[2] somewhere (adv.)
Πούδης, -εντος, τό Pudens (n.) [Person]
πούς, ποδός, ὁ foot (n.)
πρᾶγμα, -ατος, τό matter (n.)
πραγματεία, -ας, ἡ practical matter (n.)
πραγματεύομαι to do business (v.)
πραιτώριον, -ου, τό praetorium (n.)
πράκτωρ, -ορος, ὁ ??? (n.)
πρᾶξις, -εως, ἡ activity (n.)
* πρᾶος v.l. πρᾷος -ον (s. πραΰς) humble (adj.)
πραότης v.l. πρᾳότης, -ητος, ἡ (s. πραΰτης) humility (n.)
πρασιά, -ᾶς, ἡ group by group (n.)
πράσσω/πράττω to act (v.)
πράττω (s. πράσσω) to act (v.)
πραϋπαθία, -ας, ἡ gentleness (n.)
* πραΰς v.l. πρᾳΰς πραεῖα πραΰ, gen. sg. πραέος and πραέως, and πρᾶος v.l. πρᾷος -ον humble (adj.)
πραΰτης v.l. πρᾳΰτης and πραότης v.l. πρᾳότης, -ητος, ἡ humility (n.)
πρέπω to befit (v.)
πρεσβεία, -ας, ἡ ??? (n.)
πρεσβεύω to ??? (v.)
πρεσβυτέριον, -ου, τό presbytery (n.)
πρεσβύτερος -α -ον elder (adj.)
πρεσβύτης, -ου, ὁ old/aged man (n.)
πρεσβῦτις, -ιδος, ἡ old/aged woman (n.)
πρήθω [LXX] to swell (v.)
πρηνής -ές prostrate? (adj.)
πρίζω to ??? (v.)
πρίν prior (adv.)
Πρίσκα, -ης, ἡ Prisca (n.) [Person]
Πρίσκιλλα, -ης, ἡ Priscilla (n.) [Person]
πρό before (+gen) (prep.)
προάγω to precede (v.)
προαιρέω to predetermine (v.)
προαιτιάομαι to charge previously (v.)
προακούω to hear already (v.)
προαμαρτάνω to sin beforehand (v.)
προαύλιον, -ου, τό forecourt (n.)
προβαίνω to ??? (v.)
προβάλλω to ??? (v.)
προβατικός -ή -όν of sheep (adj.)
πρόβατον, -ου, τό sheep (n.)
προβιβάζω to ??? (v.)
προβλέπω to foresee (v.)
προγίνομαι to happen earlier (v.)
προγινώσκω to prognosticate (v.)
πρόγνωσις, -εως, ἡ prognosis (n.)
πρόγονος -ον fore-born (adj.)
προγράφω to program (v.)
πρόδηλος -ον clear (adj.)
προδίδωμι to ??? (v.)
προδότης, -ου, ὁ traitor/betrayer/deserter (n.)
πρόδρομος -ον running ahead (adj.)
* προείδω (s. προοράω) to foresee (v.)
προελπίζω to ??? (v.)
προενάρχομαι to ??? (v.)
προεπαγγέλλω to fore-promise (v.)
προέρχομαι to ??? (v.)
προετοιμάζω to ??? (v.)
προευαγγελίζομαι to ??? (v.)
προέχω to pro-hold (v.)
προηγέομαι to ??? (v.)
προθερίζω [LXX] to ??? (v.)
πρόθεσις, -εως, ἡ presence/purpose (n.)
προθεσμία, -ας, ἡ ??? (n.)
προθυμία, -ας, ἡ eagerness/propensity (n.)
πρόθυμος -ον dispositioned/predisposed (adj.)
προθυμότερος -α -ον [LXX] more eager (adj.)
προθύμως with propensity (adv.)
πρόϊμος v.l. πρώϊ- -ον early rain (adj.)
προΐστημι to preside (v.)
προκαθίζω [LXX] to ??? (v.)
προκαλέω to ??? (v.)
προκαταγγέλλω to declare beforehand (v.)
προκαταρτίζω to prearrange (v.)
προκατασκευάζω [LXX] to ??? (v.)
πρόκειμαι to ??? (v.)
προκηρύσσω to ??? (v.)
προκοπή, -ῆς, ἡ progress (n.)
προκόπτω to advance (v.)
πρόκριμα, -ατος, τό ??? (n.)
προκυρόω to ??? (v.)
προλαμβάνω to ??? (v.)
προλέγω to ??? (v.)
προμαρτύρομαι to ??? (v.)
προμελετάω to prepare (v.)
προμεριμνάω to worry beforehand (v.)
προνοέω to make allowances for (v.)
πρόνοια, -ας, ἡ ??? (n.)
πρόοιδα to know beforehand (v.)
* προοράω to foresee (v.)
προορίζω to foreordain (v.)
προπάσχω to ??? (v.)
προπάτωρ, -ορος, ὁ forefather (n.)
προπέμπω to ??? (v.)
προπετής -ές falling forward (adj.)
προπίπτω [LXX] to ??? (v.)
προπορεύομαι to go before (v.)
πρός toward (+acc) (prep.)
προσάββατον, -ου, τό day before the Sabbath (n.)
προσαγορεύω to greet (v.)
προσάγω to ??? (v.)
προσαγωγή, -ῆς, ἡ access (n.)
προσαιτέω to ??? (v.)
προσαίτης, -ου, ὁ beggar (n.)
προσαναβαίνω to ??? (v.)
προσαναλίσκω to ??? (v.)
προσαναπληρόω to replenish (v.)
προσανατίθημι to ??? (v.)
προσαπειλέω to threaten further (v.)
προσαπόλλυμι [LXX] to ??? (v.)
προσβαίνω [LXX] to ??? (v.)
προσγίνομαι [LXX] to ??? (v.)
προσδαπανάω to spend in addition (v.)
προσδέομαι to ??? (v.)
προσδέχομαι to ??? (v.)
προσδέω [LXX] to ??? (v.)
προσδίδωμι [LXX] to ??? (v.)
προσδοκάω to expect (v.)
προσδοκία, -ας, ἡ expectation (n.)
προσεάω to ??? (v.)
προσεγγίζω to come near (v.)
προσεδρεύω to wait upon (v.)
προσεργάζομαι to ??? (v.)
προσέρχομαι to approach (v.)
προσευχή, -ῆς, ἡ prayer (n.)
προσεύχομαι to pray (v.)
προσέχω to anticipate (v.)
προσηλόω to nail (v.)
προσήλυτος, -ου, ὁ proselyte (n.)
προσκαθίστημι [LXX] to ??? (v.)
πρόσκαιρος -ον transitory (adj.)
προσκαλέω to summon (v.)
προσκαρτερέω to attach to (v.)
προσκαρτέρησις, -εως, ἡ perseverance (n.)
προσκεφάλαιον, -ου, τό pillow (n.)
προσκληρόω to join (v.)
πρόσκλησις, -εως, ἡ summons (n.)
προσκλίνω to join with (v.)
πρόσκλισις, -εως, ἡ partiality (n.)
προσκολλάω to ??? (v.)
πρόσκομμα, -ατος, τό stumbling (n.)
προσκοπή, -ῆς, ἡ offense (n.)
προσκόπτω to stumble (v.)
προσκυλίω to ??? (v.)
προσκυνέω to worship/make obeisance (v.)
προσκυνητής, -οῦ, ὁ worshiper (n.)
προσλαλέω to address (v.)
προσλαμβάνω to ??? (v.)
πρόσλη(μ)ψις, -εως, ἡ acceptance
προσμένω to continue (v.)
προσνοέω [LXX] to ??? (v.)
προσορμίζω to ??? (v.)
προσοφείλω to ??? (v.)
προσοχθίζω to be vexed (v.)
προσπαρακαλέω [LXX] to ??? (v.)
προσπάσσω [LXX] to ??? (v.)
πρόσπεινος -ον hungry (adj.)
προσπήγνυμι to affix (v.)
προσπίπτω to ??? (v.)
προσποιέω to pretend (v.)
προσπορεύομαι to ??? (v.)
προσρήγνυμι (s. -ρρήσσω) to ??? (v.)
προσρήσσω (s. -ρρήσσω) to ??? (v.)
προσρρήσσω/-ρήσσω a.k.a. προσρήγνυμι to ??? (v.)
προστάσσω/-τάττω to ??? (v.)
προστάτης, -ου, ὁ [LXX] ??? (n.)
προστάτις, -ιδος, ἡ patroness (n.)
προστάττω (s. -τάσσω) to ??? (v.)
προστίθημι to add to (v.)
προστρέχω to ??? (v.)
προσυπομιμνῄσκω [LXX] to ??? (v.)
προσφάγιον, -ου, τό fish (n.)
προσφαίνω [LXX] to ??? (v.)
πρόσφατος -ον recent (adj.)
προσφάτως recently (adv.)
προσφέρω to present (v.)
προσφιλής -ές grateful (adj.)
προσφορά, -ᾶς, ἡ offering (n.)
προσφωνέω to address (v.)
προσχέω [LXX] to pour-toward (v.)
πρόσχυσις, -εως, ἡ poured-toward (n.)
προσψαύω to touch (v.)
προσωπολη(μ)πτέω to show partiality (v.)
προσωπολή(μ)πτης, -ου, ὁ one who shows partiality
προσωπολη(μ)ψία, -ας, ἡ partiality
πρόσωπον, -ου, τό face (n.)
προτείνω to stretch out (v.)
πρότερος -α -ον earlier (adj.)
προτίθημι to put forward (v.)
προτρέπω to ??? (v.)
προτρέχω to ??? (v.)
προϋπάρχω to ??? (v.)
προφαίνω [LXX] to ??? (v.)
πρόφασις, -εως, ἡ outward showing (n.)
προφέρω to bring forward (v.)
προφητεία, -ας, ἡ prophesy (n.)
προφητεύω to prophesy (v.)
προφήτης, -ου, ὁ prophet (n.)
προφητικός -ή -όν prophetic (adj.)
προφῆτις, -ιδος, ἡ prophetess (n.)
προφθάνω to anticipate (v.)
προφύλαξ, -ακος, ὁ [LXX] ??? (n.)
προχαλάω [LXX] to ??? (v.)
προχειρίζω to ??? (v.)
προχειροτονέω to appoint beforehand (v.)
Πρόχορος, -ου, ὁ Prochorus (n.)
πρύμνα, -ης, ἡ stern (n.)
πρωΐ early (adv.)
πρωΐα, -ας, ἡ morning (n.)
πρώϊμος -ον (s. πρόϊ-) early rain (adj.)
πρωϊνός -ή -όν early (adj.)
πρῷρα, -ης, ἡ prow (n.)
πρωτεύω to be first (v.)
πρωτοκαθεδρία, -ας, ἡ first-seat (n.)
πρωτοκλισία, -ας, ἡ ??? (n.)
πρώτον foremost (adv.)
πρῶτος -η -ον first (adj.)
πρωτοστάτης, -ου, ὁ leader (n.)
πρωτοτόκια, -ων, τά birthright (n.)
πρωτότοκος -ον firstborn (adj.)
πρώτως firstly (adv.)
πταίω to stumble (v.)
πτέρνα, -ης, ἡ heel (n.)
πτερνίζω [LXX] to strike with the heel (v.)
πτερύγιον, -ου, τό tip (n.)
πτέρυξ, -υγος, ἡ wing (n.)
πτηνός (-ή) -όν feathered (adj.)
πτήσσω [LXX] to ??? (v.)
πτοέω to ??? (v.)
πτόησις, -εως, ἡ intimidation (n.)
Πτολεμαΐς, -ΐδος, ἡ Ptolemais (n.)
πτύον, -ου, τό fan (n.)
πτύρω to be scared (v.)
πτύσμα, -ατος, τό spit (n.)
πτύσσω to ??? (v.)
πτύω to spit (v.)
πτῶμα, -ατος, τό corpse (n.)
πτῶσις, -εως, ἡ fall (n.)
πτωχεία, -ας, ἡ poverty (n.)
πτωχεύω to be poor (v.)
πτωχός -ή -όν poor (adj.)
πυγμή, -ῆς, ἡ fist (n.)
πύθων, -ωνος, ὁ Python (n.)
πυκάζω [LXX] to ??? (v.)
πυκνός -ή -όν frequent (adj.)
πυκνότατος -η -ον [LXX] most frequent (adj.)
πυκνότερον ??? (adv.)
πυκνότερος -α -ον [LXX] more frequent (adj.)
πυκτεύω to box (v.)
πύλη, -ης, ἡ gate (n.)
πυλών, -ῶνος, ὁ gate (n.)
πυνθάνομαι to inquire (v.)
πῦρ, -ρός, τό fire (n.)
πυρά, -ᾶς, ἡ fire (n.)
πύργος, -ου, ὁ tower (n.)
πυρέσσω to burn with-fever (v.)
πυρετός, -οῦ, ὁ fever (n.)
πύρινος -η -ον fiery (adj.)
πυρόω to burn (v.)
πυρράζω to ??? (v.)
πυρρός[1] -ά -όν red (adj.)
Πύρρος[2], -ου, ὁ Pyrrhus (n.) [Person]
πύρωσις, -εως, ἡ ??? (n.)
πωλέω to sell (v.)
πῶλος, -ου, ὁ ??? (n.)
πώποτε ever yet (adv.)
πωρόω to petrify (v.)
πώρωσις, -εως, ἡ dullness (n.)
πῶς[1] how
πώς[2] in any way/by any means

Copyright 2007-2010 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Monday, 06-Sep-10 06:34:21 EDT