Sign In | New Login | Edit Anonymously
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Μ μ

μα- μβ- μγ- μδ- με- μζ- μη- μθ- μι- μκ- μλ- μμ- μν- μξ- μο- μπ- μρ- μς- μτ- μυ- μφ- μχ- μψ- μω-

Annotated entries are asterisked.

Μαάθ, ὁ Maath (n.) [Person]
Μαγαδάν v.l. Μαγδαλά(ν), ὁ Magadan (n.) [Place]
Μαγδαλά(ν), ὁ (s. Μαγαδάν) Magadan (n.) [Place]
Μαγδαληνή, -ῆς, ἡ Magdalene (n.) [Person]
μαγεία, -ας, ἡ magic (n.)
μαγεύω to practice magic (v.)
μάγος, -ου, ὁ mage (n.)
Μαγώγ, ὁ Magog (n.) [Place]
Μαδιάμ, ὁ Midian (n.) [Place]
μαθητεύω to ??? (v.)
μαθητής, -οῦ, ὁ disciple (n.)
μαθήτρια, -ας, ἡ disciple (n.)
Μαθθαῖος v.l. Ματθ-, -ου, ὁ Matthew (n.) [Person]
Μαθθάτ v.l. Ματθ-, ὁ Matthat (n.) [Person]
Μαθθίας v.l. Ματθ-, -ου, ὁ Matthias (n.) [Person]
Μαθουσάλα, ὁ Mathuselah (n.) [Person]
Μαϊνάν, ὁ (s. Μεννά) Menna (n.) [Person]
μαίνομαι to rave (v.)
μακαρίζω to bless (v.)
μακάριος -ία -ον fortunate (adj.)
μακαρισμός, -οῦ, ὁ blessing (n.)
μακαριώτερος -τέρα -ον happier (adj.)
Μακεδονία, -ας, ἡ Macedonia (n.) [Place]
Μακεδών, -όνος, ὁ Macedonian (n.)
μάκελλον, -ου, τό meat market (n.)
μακράν far (adv.)
μακρόθεν from afar (adv.)
μακροθυμέω to is-patient (v.)
μακροθυμία, -ας, ἡ patience (n.)
μακρόθυμος -ον patient (adj.)
μακροθύμως patiently (adv.)
μακρός -ά -όν far (adj.)
μακρότερος -α -ον [LXX] farther (adj.)
μακρότης, -ητος, ἡ [LXX] length (n.)
μακροχρόνιος -ον long-lived (adj.)
μαλακία, -ας, ἡ weakness (n.)
μαλακίζομαι [LXX] to ??? (v.)
μαλακός -ή -όν soft (adj.)
Μαλελεήλ, ὁ Maleleel (n.) [Person]
μάλιστα more so (adv.)
* μᾶλλον more/rather (adv.)
Μάλχος, -ου, ὁ Malchus (n.) [Person]
μάμμη, -ης, ἡ grandmother (n.)
μαμωνᾶς, -ᾶ, ὁ mammon (money/riches) (n.)
Μαναήν, ὁ Manaen (n.) [Person]
Μανασσῆς, -ῆ, ὁ Manasses (n.) [Person]
μανθάνω to learn (v.)
μανία, -ας, ἡ mania (n.)
μάννα, τό manna (n.)
μαντεύομαι to divine (v.)
μαραίνω to wither away (v.)
μαράνα θά v.l. μαρὰν ἀθά Lord, come! (Heb./Aram.)
μαργαρίτης, -ου, ὁ pearl (n.)
Μάρθα, -ας, ἡ Martha (n.) [Person]
Μαρία, -ας, ἡ Mary (n.) [Person]
Μαριάμ, ἡ Miriam (n.) [Person]
Μάρκος, -ου, ὁ Mark (n.) [Person]
μάρμαρος, -ου, ὁ marble (n.)
μαρτυρέω to bear witness (v.)
μαρτυρία, -ας, ἡ witness (n.)
μαρτύριον, -ου, τὁ testimony (n.)
μαρτύρομαι to call to witness (v.)
μάρτυς, -υρος, ὁ witness-bearer (n.)
μαρυκάομαι [LXX] to ruminate (v.)
μασάομαι to bite [see masticate] (v.)
μαστιγόω to flog/scourge (v.)
μαστίζω to lash (v.)
μάστιξ, -ιγος, ἡ scourging/affliction/malady (n.)
μαστός, -οῦ, ὁ breast (n.)
ματαιολογία, -ας, ἡ empty/vain-talk (n.)
ματαιολόγος -ον idle-talk (adj.)
μάταιος -αία -ον foolish, vain (adj.)
ματαιότης, -ητος, ἡ vanity (n.)
ματαιόω to make-vain (v.)
μάτην in vain (adv.)
Ματθαῖος, -ου, ὁ (s. Μαθθ-) Matthew (n.) [Person]
Ματθάν, ὁ Matthan (n.) [Person]
Ματθάτ, ὁ (s. Μαθθ-) Matthat (n.) [Person]
Ματθίας, -ου, ὁ (s. Μαθθ-) Matthias (n.) [Person]
Ματταθά, ὁ Mattatha (n.) [Person]
Ματταθίας, -ου, ὁ Mattathias (n.) [Person]
* μάχαιρα, -ας and -ης, ἡ sword (n.)
μάχη, -ης, ἡ quarrel (n.)
μάχομαι to quarrel (v.)
μβʹ 42 (Milesian Numeral) [Milesian Numeral]
μεγαλαυχέω to greatly boast (v.)
μεγαλεῖος -α -ον magnificant (adj.)
μεγαλειότης, -ητος, ἡ magnificence (n.)
μεγαλοκράτωρ, -ορος, ὁ [LXX] ??? (n.)
μεγαλοπρεπέστατος -η -ον [LXX] ??? (adj.)
* μεγαλοπρεπής -ές becoming great (adj.)
μεγαλόψυχος -ον [LXX] magnanimous (adj.)
μεγαλοψύχως magnanimously (adv.)
μεγαλύνω to magnify/laud (v.)
μεγάλως greatly (adv.)
μεγαλωσύνη, -ης, ἡ majesty (n.)
μέγας μεγάλη μέγα great (adj.)
μέγεθος, -ους, τό stature (n.)
μεγιστάν, -ᾶνος, ὁ magistrate (n.)
μέγιστος -η -ον greatest (adj.)
μεθ’ (s. μετά) after/against(+acc), with(+gen) (prep.)
μεθερμηνεύω to translate (v.)
μέθη, -ης, ἡ intoxication (n.)
μεθιστάνω/-ιστάω (by-form of μεθίστημι) to ??? (v.)
μεθίστημι to remove/replace (v.)
μεθοδεία, -ας, ἡ deceitfulness (n.)
μεθόριον, -ου, τό boundary (n.)
μεθύσκω to get drunk (v.)
μέθυσος, -ου, ὁ drunkard (n.)
μεθύω to be drunk (v.)
μείγνυμι (s. μίγνυμι) to mix (v.)
μειζότερος -α -ον greater-er (adj.)
μείζων -ον greater (adj.)
μείραξ, -ακος, ὁ [LXX] ??? (n.)
μελανία, -ας, ἡ [LXX] melancholy (n.)
μέλας μέλαινα μέλαν black (adj.)
Μελεά, ὁ Melea (n.) [Person]
μέλει (s. μέλω) to matter to (v.)
μελετάω to focus-upon (v.)
μέλι, -ιτος, τό honey (n.)
μελίσσιος -ον of bees (adj.)
Μελίτη, -ης, ἡ Malta (n.) [Place]
* μέλλω to be about to (v.)
μέλομαι to matter to (v.)
* μέλος, -ους, τό member (n.)
Μελχί, ὁ Melchi (n.) [Person]
Μελχισέδεκ, ὁ Melchizedek (n.) [Person]
μέλω a.k.a. μέλει to matter to (v.)
μελῳδέω [LXX] to chant (v.)
μελῳδία, -ας, ἡ [LXX] chanting (n.)
μελῳδός -ον [LXX] melodious (adj.)
μεμβράνα, -ης, ἡ parchment (n.)
μέμφομαι to ??? (v.)
μεμψίμοιρος -ον criticizing (adj.)
μέν indeed
Μεννά v.l. Μαϊνάν, ὁ Menna (n.)
μενοῦν (μὲν οὖν) and μενοῦνγε (μενοῦν γε) truly indeed
μενοῦνγε (s. μενοῦν) truly indeed
μέντοι yet
μένω to remain (v.)
μερίζω to apportion/divide (v.)
μέριμνα, -ης, ἡ worry (n.)
μεριμνάω to be anxious (v.)
μερίς, -ίδος, ἡ part (n.)
μερισμός, -οῦ, ὁ separation/apportionment (n.)
μεριστής, -οῦ, ὁ distributor (n.)
* μέρος, -ους, τό part/piece (n.)
μεσημβρία, -ας, ἡ noon (n.)
Μεσίας, -ου, ὁ (s. Μεσσίας) Messiah (n.) [Person]
μεσιτεύω to guarantee (v.)
μεσίτης, -ου, ὁ mediator (n.)
μεσονύκτιον, -ου, τό midnight (n.)
Μεσοποταμία, -ας, ἡ Mesopotamia (n.) [Place]
μέσος -η -ον middle (adj.)
μεσότοιχον, -ου, τό ??? (n.)
μεσουράνημα, -ατος, τό mid-heaven (n.)
μεσόω to be half done (v.)
Μεσσίας v.l. Μεσίας, -ου, ὁ Messiah (n.) [Person]
μεστός -ή -όν full (adj.)
μεστόω to fill (v.)
μετά after/against(+acc), with(+gen) (prep.)
μεταβαίνω to pass (v.)
μεταβάλλω to change/alter (v.)
μετάγω to guide (v.)
μεταδίδωμι to impart/grant a share of (v.)
μετάθεσις, -εως, ἡ displacement (n.)
μεταίρω to go away (v.)
μετακαλέω to call (v.)
μετακινέω to shift (v.)
μεταλαμβάνω to share (v.)
μετάλη(μ)ψις, -εως, ἡ participation/alteration
μεταλλάσσω to exchange/substitute (v.)
μεταμέλομαι to regret (v.)
μεταμορφόω to transfigure (v.)
μετανίστημι [LXX] to ??? (v.)
μετανοέω to reconsider (v.)
μετάνοια, -ας, ἡ reconsideration (n.)
μεταξύ between (adv.)
μεταπέμπω to ??? (v.)
μεταπίπτω [LXX] to ??? (v.)
μετασκευάζω [LXX] to transform (v.)
μεταστρέφω to transform (v.)
μετασχηματίζω to change (v.)
μετατίθημι to move/change-place (v.)
μετατρέπω to ??? (v.)
μεταχέω [LXX] to ??? (v.)
μετέπειτα thereafter (adv.)
μετέχω to partake (v.)
μετεωρίζομαι to suspend (v.)
μετεωρισμός, -οῦ, ὁ [LXX] rising to the surface (n.)
μετέωρος -ον [LXX] suspended (adj.)
μετοικεσία, -ας, ἡ deportation (n.)
μετοικίζω to emigrate (v.)
μετοχή, -ῆς, ἡ sharing (n.)
μέτοχος -ον partaker (adj.)
μετρέω to measure (v.)
μετρητής, -οῦ, ὁ measure (n.)
μετριοπαθέω to ??? (v.)
μετρίως moderately (adv.)
μέτρον, -ου, τό measure (n.)
μέτωπον, -ου, τό forehead (n.)
μέχρι/μέχρις until
μέχρις (s. μέχρι) until
μή not
μήγε ???
μηδαμῶς certainly not (adv.)
μηδέ (μή δέ) neither/nor
μηδείς μηδεμία μηδέν and μηθείς (μηθεμία) μηθέν not one (adj.)
μηδέποτε (μηδέ ποτέ) never
μηδέπω (μηδέ πώ) never (adv.)
Μῆδος, -ου, ὁ Mede (n.)
μηθείς (μηθεμία) μηθέν (s. μηδείς) not one (adj.)
μηκέτι (μή ἔτι) no-longer (adv.)
μῆκος, -ους, τό length (n.)
μηκύνω to make long (v.)
μηλωτή, -ῆς, ἡ sheepskin (n.)
μημ [LXX] mem (Heb.)
μήν[1] verily
μήν[2], μηνός, ὁ month (n.)
μηνιαῖος -αία -ον [LXX] monthly (adj.)
μηνιάω [LXX] to be wroth against (v.)
μήνιμα, -ατος, τό [LXX] cause,wrath (n.)
μῆνις, -ιος, ἡ [LXX] wrath (n.)
μηνίσκος, -ου, ὁ [LXX] lunar crescent (n.)
μηνύω to inform (v.)
μήποτε (μή ποτέ) never
μήπω (μή πω) not yet (adv.)
μήπως (μή πως) no-how (adv.)
μηρός, -οῦ, ὁ thigh (n.)
μηρυκισμός, -οῦ, ὁ [LXX] chewing the cud (n.)
μηρύομαι [LXX] to ruminate (v.)
μήτε (μή τέ) and not/neither (conj.)
μήτηρ, -τρός, ἡ mother (n.)
μήτι Perhaps
μήτρα, -ας, ἡ womb (n.)
μητρολῴας, -ου, ὁ mother-beater (n.)
μητρόπολις, -εως, ἡ capital city (n.)
μιαίνω to pollute (v.)
μιαρός -ά -όν [LXX] ??? (adj.)
μιαροφαγέω [LXX] to ??? (v.)
μιαροφαγία, -ας, ἡ [LXX] ??? (n.)
μιαρώτατος -η -ον [LXX] ??? (adj.)
μίασμα, -ατος, τό defilement (n.)
μιασμός, -ου, ὁ defilement (n.)
μίγμα, -ατος, τό mixture (n.)
μίγνυμι/μείγνυμι to mix (v.)
μιγνύω (s. μίγνυμι/μείγνυμι) to mix (v.)
μικρός -ά -όν small (adj.)
μικρότατος -η -ον [LXX] smallest (adj.)
μικρότερος -τέρα -ον smaller (adj.)
Μίλητος, -ου, ἡ Miletus (n.) [Place]
μίλιον, -ου, τό a Roman mile (n.)
μιμέομαι to mimic (v.)
μιμητής, -οῦ, ὁ mimic (n.)
μιμνῄσκομαι v.l. μιμνή- to remember (v.)
* μισέω to hate/detest (v.)
μισθαποδοσία, -ας, ἡ reward (n.)
μισθαποδότης, -ου, ὁ rewarder (n.)
μίσθιος, -ου, ὁ hireling (n.)
μισθός, -ου, ὁ reward (n.)
μισθόω to hire (v.)
μίσθωμα, -ατος, τό rental (n.)
μισθωτός[1] -η -ον [LXX] hired (adj.)
μισθωτός[2], -ου, ὁ hireling (n.)
Μιτυλήνη, -ης, ἡ Mitylene (n.) [Place]
Μιχαήλ, ὁ Michael (n.) [Person]
* μνᾶ, -ᾶς, ἡ mina (n.)
Μνάσων, -ωνος, ὁ Mnason (n.) [Person]
* μνεία, -ας, ἡ remembrance (n.)
μνῆμα, -ατος, τό tomb (n.)
μνημεῖον, -ου, τό tomb (n.)
μνήμη, -ης, ἡ recollection (n.)
μνημονεύω to remember (v.)
μνημόσυνον, -ου, τό memory (n.)
μνηστεύω to betroth (v.)
μογγιλάλος -ον ??? (adj.)
μογιλάλος -ον speech-impaired (adj.)
μόγις with difficulty (adv.)
μόδιος, -ίου, ὁ peck (n.)
μοιχαλίς, -ίδος, ἡ adultress (n.)
μοιχάω to commit adultery (v.)
μοιχεία, -ας, ἡ adultery (n.)
μοιχεύω to commit adultery (v.)
μοιχός, -οῦ, ὁ adulterer (n.)
μόλις with difficulty (adv.)
Μολόχ, ὁ Moloch (n.) [Person]
μολύνω to defile (v.)
μολυσμός, -οῦ, ὁ defilement (n.)
μομφή, -ῆς, ἡ blame (n.)
μονή, -ῆς, ἡ place to stay (n.)
μονογενής -ές only born-in-kind (adj.)
* μονόκερως, -ωτος, ὁ unicorn (n.)
μόνον only (adv.)
μόνος -η -ον sole (adj.)
μονόφθαλμος -ον one-eyed (adj.)
μονόω to leave all alone (v.)
μονώτατος -η -ον [LXX] single most (adj.)
μορφή, -ῆς, ἡ form (n.)
μορφόω to morph (v.)
μόρφωσις, -εως, ἡ embodiment (n.)
μοσχοποιέω to make a calf (v.)
μόσχος, -ου, ὁ calf/ox (n.)
μου, μοι, με (s. ἐγώ) I (pron.)
μουσικός -ή -όν musical (adj.)
μόχθος, -ου, ὁ Toil, work (n.)
μυελός, -οῦ, ὁ marrow (n.)
μυέω to initiate (v.)
μῦθος, -ου, ὁ myth (n.)
μυκάομαι to roar (v.)
μυκτήρ, -ῆρος, ὁ [LXX] nostril (n.)
μυκτηρίζω to mock (v.)
μυλικός -ή -όν of a mill (adj.)
μύλινος -η -ον ??? (adj.)
μύλος, -ου, ὁ v.l. μυλών, -ῶνος, ὁ mill (n.)
μυλών, -ῶνος, ὁ (s. μύλος) mill (n.)
μυξωτήρ, -ῆρος, ὁ [LXX] nostril (n.)
Μύρα, -ων, τά Myra (n.) [Place]
μυριάς, -άδος, ἡ myriad (n.)
μυρίζω to rub with ointment (v.)
* μύριοι -αι -α ten thousand/innumerable (adj.)
μυριοπλάσιος -α -ον [LXX] ten-thousandfold (adj.)
μυριοπλασίως [LXX] ten-thousandfold-ly (adv.)
μύρμηξ, -ακος, ὁ [LXX] ant (n.)
μύρον, -ου, τό ointment (n.)
Μυσία, -ας, ἡ Mysia (n.) [Place]
μύσταξ, -ακος, ὁ [LXX] ??? (n.)
μυστήριον, -ου, τὁ mystery/ secret (n.)
μυωπάζω to blink (v.)
μώλωψ, -ωπος, ὁ welt (n.)
μωμάομαι to fault (v.)
μῶμος, -ου, ὁ blemish (n.)
μωραίνω to make stupid (v.)
μωρία, -ας, ἡ foolishness (n.)
μωρολογία, -ας, ἡ moronic talk (n.)
μωρός -ά -όν moronic (adj.)
Μωσεύς, -έως, ὁ (s. Μωϋσῆς) Moses (n.) [Person]
Μωσῆς, -ῆ, ὁ (s. Μωϋσῆς) Moses (n.) [Person]
Μωϋσεύς, -έως, ὁ (s. Μωϋσῆς) Moses (n.) [Person]
Μωϋσῆς v.l. Μωσῆς, -ῆ, ὁ and Μωϋσεύς v.l. Μωσεύς, -έως, ὁ Moses (n.) [Person]

Copyright 2007-2017 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Friday, 21-Jul-2017 06:40:08 EDT

CATEGORIES

TEXTS

RESOURCES

ABOUT

The Kata Biblon Wiki Lexicon of the Greek New Testament is a publicly editable dictionary of the Greek New Testament and Septuagint.

www.katabiblon.com

OPTIONS



KEYMAP

abgdezhqiklm
αβγδεζηθικλμ
nxoprstufcyw
νξοπρστυφχψω
)(/\=|+'v@#*
᾿ ͺ¨ϝϛʹ%
Wildcard: %