Κ κ
Annotated entries are asterisked.
κʹ [LXX]
20 [Milesian Numeral]
καʹ [LXX] 21 [Milesian Numeral]
κἀγώ (καὶ ἐγώ) and/also I
καθ’ (s. κατά) according to (+acc), against (+gen) (prep.)
καθά (καθ’ ἅ) according to which (conj.)
καθαγιάζω [LXX] to ??? (v.)
καθαίρεσις, -εως, ἡ ??? (n.)
καθαιρέω to take down (v.)
καθαίρω to clear (v.)
καθάπερ even as (conj.)
καθάπτω to ??? (v.)
καθαρίζω to cleanse (v.)
καθαριόω [LXX] to ??? (v.)
καθαρισμός, -οῦ, ὁ purification (n.)
καθαρός -ά -όν clean (adj.)
καθαρότης, -ητος, ἡ ??? (n.)
καθέδρα, -ας, ἡ chair (n.)
καθέζομαι to ??? (v.)
καθεῖς -ἕν each one/one-by-one (adj.)
καθεξῆς one after the other (adv.)
καθεύδω to ??? (v.)
καθηγητής, -οῦ, ὁ teacher (n.)
καθήκω to sit/reach (v.)
κάθημαι to sit (v.)
καθημερινός -ή -όν daily (adj.)
καθίζω to sit (v.)
καθίημι to set (v.)
καθιστάνω/-ιστάω (by-form of καθίστημι) to ??? (v.)
καθίστημι to establish (v.)
καθό (καθ’ ὅ) according to which (adv.)
καθόλου entirely (adv.)
καθοπλίζω to ??? (v.)
καθοράω to look down (v.)
καθότι as (conj.)
καθυφαίνω [LXX] to ??? (v.)
καθώς according to how/in accordance with how (adv.)
καθώσπερ exactly as (adv.)
καί and/also (conj.)
Καϊάφας, -ᾶ, ὁ Caiaphas (n.) [Person]
Κάϊν, ὁ Cain (n.) [Person]
Καϊνάμ v.l. -νάν, ὁ Cainan (n.) [Person]
Καϊνάν, ὁ (s. -νάμ) Cainan (n.) [Person]
καινός -ή -όν new (adj.)
καινότερος -α -ον newer (adj.)
καινότης, -ητος, ἡ newness (n.)
καίπερ although (conj.)
καιρός, -οῦ, ὁ period of time (n.)
Καῖσαρ, -αρος, ὁ Caesar (n.) [Person]
Καισάρεια, -ας, ἡ Caesarea (n.) [Place]
καίτοι and such (adv.)
καίτοιγε ??? (adv.)
καίω/κάω to burn (v.)
κἀκεῖ (καὶ ἐκεῖ) and/also there
κἀκεῖθεν (καὶ ἐκεῖθεν) and/also from there
κἀκεῖνος -η -ο (καὶ ἐκεῖνος) and/also that
κακία, -ας, ἡ ??? (n.)
κακοήθεια, -ας, ἡ mean-spiritedness (n.)
κακολογέω to bad-mouth (v.)
κακοπάθεια, -ας, ἡ (s. -θία) suffering (n.)
κακοπαθέω to suffer (v.)
κακοπαθία v.l. -θεια, -ας, ἡ suffering (n.)
κακοποιέω to do wrong (v.)
κακοποιός -όν wrong-doing (adj.)
κακός -ή -όν wrong (adj.)
κακοῦργος -ον criminal (adj.)
κακουχέω to maltreat (v.)
κακόω to wrong (v.)
κακῶς wrongly (adv.)
κάκωσις, -εως, ἡ mistreatment (n.)
καλάμη, -ης, ἡ straw (n.)
κάλαμος, -ου, ὁ reed (n.)
καλέω to call (v.)
καλλιέλαιος, -ου, ἡ cultivated olive tree (n.)
καλλίον rightlier (adv.)
καλλίστος -η -ον [LXX] best (adj.)
καλλίων -ον [LXX] better (adj.)
καλλωπίζω [LXX] to ??? (v.)
καλοδιδάσκαλος -ον teaching what is good (adj.)
καλοποιέω to do right (v.)
καλός -ή -όν fit (adj.)
κάλυμμα, -ατος, τό veil (n.)
κάλυξ, -υκος, ἡ [LXX] covering (n.)
καλυπτήρ, -ῆρος, ὁ [LXX] cover (n.)
καλύπτω to cover (v.)
καλῶς rightly (adv.)
κάμαξ, -ακος, ὁ [LXX] Spear (n.)
κἀμέ (καὶ ἐμέ) and/also me
κάμηλος, -ου, ὁ and ἡ camel (n.)
κάμινος, -ου, ἡ furnace (n.)
καμμύω to close (v.)
κάμνω to Wear out (v.)
κἀμοί (καὶ ἐμοί) and/also me
κἀμοῦ (καὶ ἐμοῦ) and/also me
κάμπτω to Bend (v.)
κἄν (καὶ ἄν or καὶ ἐάν) and/also (if) ever
Κανά v.l. Κανᾶ, ἡ Cana (n.) [Place]
Καναναῖος, -ου, ὁ Cananean (n.)
Κανανίτης, -ου, ὁ Cananite (n.)
Κανδάκη, -ης, ἡ Candace (n.) [Person]
κανών, -όνος, ὁ canon (n.)
Καπερναούμ, ἡ (s. Καφαρ-) Capernaum (n.) [Place]
καπηλεύω to peddle (v.)
καπνός, -οῦ, ὁ smoke (n.)
Καππαδοκία, -ας, ἡ Cappadocia (n.) [Place]
καρδία, -ας, ἡ heart (n.)
καρδιογνώστης, -ου, ὁ heart-knower (n.)
καρπός[1], -οῦ, ὁ fruit (n.)
Κάρπος[2], -ου, ὁ Carpus (n.)
καρποφορέω to ??? (v.)
καρποφόρος -ον fruitful (adj.)
καρτερέω to be steadfast (v.)
* κάρφος, -ους, τό splinter (n.)
κατά according to (+acc), against (+gen) (prep.)
καταβαίνω to descend (v.)
καταβάλλω to ??? (v.)
καταβαρέω to ??? (v.)
καταβαρύνω to ??? (v.)
κατάβασις, -εως, ἡ descent (n.)
καταβιβάζω to bring down (v.)
* καταβολή, -ῆς, ἡ foundation (n.)
καταβραβεύω to decide against (v.)
καταγγελεύς, -έως, ὁ preacher (n.)
καταγγέλλω to declare (v.)
καταγελάω to laugh at (v.)
κατάγελως, -ωτος, ὁ ??? (n.)
καταγίνομαι [LXX] to ??? (v.)
* καταγινώσκω to convict (v.)
κατάγνυμι to smash (v.)
κατάγνωσις, -εως, ἡ [LXX] condemnation (n.)
καταγράφω to ??? (v.)
κατάγω to down-lead (v.)
καταγωνίζομαι to ??? (v.)
καταδέομαι [LXX] to ??? (v.)
καταδέω to ??? (v.)
κατάδηλος -ον very,clear (adj.)
καταδικάζω to ??? (v.)
καταδίκη, -ης, ἡ conviction (n.)
καταδιώκω to ??? (v.)
καταδουλόω to ??? (v.)
καταδυναστεύω to exploit (v.)
καταδύω [LXX] to ??? (v.)
κατάθεμα, -ατος, τό accursed thing (n.)
καταθεματίζω to ??? (v.)
καταθλάω [LXX] to crush (v.)
καταικίζω [LXX] to ??? (v.)
καταισχύνω (not to be confused with κατισχύω) to humiliate (v.)
κατακαίω to burn completely (v.)
κατακαλύπτω to cover up (v.)
κατακαυχάομαι to ??? (v.)
κατάκειμαι to ??? (v.)
κατακλάω to ??? (v.)
κατακλείω to ??? (v.)
κατακληρονομέω to transfer title (v.)
κατακλίνω to ??? (v.)
κατακλύζω to ??? (v.)
κατακλυσμός, -οῦ, ὁ deluge/flood (n.)
κατακολουθέω to follow behind (v.)
κατακόπτω to ??? (v.)
κατακρημνίζω to ??? (v.)
κατάκριμα, -ατος, τό ??? (n.)
κατακρίνω to condemn (v.)
κατάκρισις, -εως, ἡ condemnation (n.)
κατακρύπτω [LXX] to ??? (v.)
κατακύπτω to ??? (v.)
κατακυριεύω to gain control over (v.)
καταλαλέω to slander (v.)
καταλαλιά, -ᾶς, ἡ slander (n.)
κατάλαλος -ον slanderous (adj.)
καταλαμβάνω to grasp/lay hold of (v.)
καταλέγω to ??? (v.)
κατάλειμμα, -ατος, τό ??? (n.)
καταλείπω to Leave (v.)
καταλήγω [LXX] to cease (v.)
καταλιθάζω to stone (v.)
καταλλαγή, -ῆς, ἡ reconciliation (n.)
καταλλάσσω to change (v.)
κατάλοιπος -ον remaining (adj.)
κατάλυμα, -ατος, τό temporary place to stay (n.)
καταλύω to tear down (v.)
καταμανθάνω to learn (v.)
καταμαρτυρέω to witness against (v.)
καταμένω to ??? (v.)
καταμιμνῄσκω [LXX] to ??? (v.)
καταμόνας alone (adv.)
καταναλίσκω to ??? (v.)
καταναρκάω to burden (v.)
κατανεύω to signal (v.)
κατανοέω to study (v.)
καταντάω to arrive (v.)
κατάνυξις, -εως, ἡ stupefaction (n.)
κατανύσσομαι to ??? (v.)
καταξαίνω [LXX] to ??? (v.)
καταξιόω to ??? (v.)
καταξύω [LXX] to ??? (v.)
καταπάσσω [LXX] to ??? (v.)
καταπατέω to trample/tread (v.)
κατάπαυσις, -εως, ἡ rest (n.)
καταπαύω to ??? (v.)
καταπέτασμα, -ατος, τό curtain (n.)
καταπήγνυμι [LXX] to ??? (v.)
καταπίνω to swallow (v.)
καταπίπτω to ??? (v.)
καταπλέω to ??? (v.)
καταπονέω to oppress (v.)
καταποντίζω to ??? (v.)
καταπροδίδωμι [LXX] to ??? (v.)
καταπτήσσω [LXX] to ??? (v.)
κατάρα, -ας, ἡ curse (n.)
καταράομαι to ??? (v.)
καταράσσω [LXX] to ??? (v.)
καταργέω to neutralize (v.)
καταριθμέω to count (v.)
καταρράσσω [LXX] to ??? (v.)
καταρρήγνυμι [LXX] to ??? (v.)
καταρτίζω to repair (v.)
κατάρτισις, -εως, ἡ maturation (n.)
καταρτισμός, -οῦ, ὁ equipment (n.)
κατασείω to shake (v.)
κατασήθω [LXX] to strew (v.)
κατασκάπτω to ??? (v.)
κατασκευάζω to ??? (v.)
κατασκηνόω to settle (v.)
κατασκήνωσις, -εως, ἡ settling (n.)
κατασκιάζω to ??? (v.)
κατασκοπεύω [LXX] to ??? (v.)
κατασκοπέω to ??? (v.)
κατάσκοπος, -ου, ὁ spy (n.)
κατασοφίζομαι to ??? (v.)
κατασπάω [LXX] to ??? (v.)
καταστέλλω to ??? (v.)
κατάστημα, -ατος, τό demeanor (n.)
καταστηρίζω [LXX] to ??? (v.)
καταστολή, -ῆς, ἡ ??? (n.)
καταστρέφω to ??? (v.)
καταστρηνιάω to be governed by strong physical desire (v.)
καταστροφή, -ῆς, ἡ catastrophe (n.)
καταστρώννυμι to ??? (v.)
κατασυρίζω [LXX] to ??? (v.)
κατασύρω to drag away (v.)
κατασφάζω to ??? (v.)
κατασφαλίζομαι [LXX] to ??? (v.)
κατασφραγίζω to ??? (v.)
κατάσχεσις, -εως, ἡ spoil (n.)
κατατίθημι to ??? (v.)
κατατομή, -ῆς, ἡ mutilation (n.)
κατατρέχω to run down (v.)
κατατρίβω [LXX] to ??? (v.)
κατατυγχάνω [LXX] to ??? (v.)
καταφάγομαι (s. κατεσθίω) to devour (v.)
καταφαίνω [LXX] to ??? (v.)
καταφέρω to ??? (v.)
καταφεύγω to down-flee (v.)
καταφθείρω to ruin (v.)
καταφιλέω to kiss (v.)
καταφρονέω to condescend (v.)
καταφρονητής, -οῦ, ὁ scoffer (n.)
καταφυγή, -ῆς, ἡ [LXX] refuge (n.)
καταχαλάω [LXX] to ??? (v.)
καταχέω to ??? (v.)
καταχθόνιος -ον subterranean (adj.)
καταχράομαι to utilize (v.)
καταχρίω [LXX] to ??? (v.)
καταψεύδομαι [LXX] to ??? (v.)
καταψύχω to ??? (v.)
κατεάγνυμι (s. κατάγνυμι) to smash (v.)
κατέδομαι (s. κατεσθίω) to devour (v.)
κατείδωλος -ον full of idols (adj.)
κατέναντι ??? (+gen) (prep.)
κατενώπιον, -ου, τό before (n.)
κατεξουσιάζω to ??? (v.)
κατεργάζομαι to accomplish (v.)
κατέρχομαι to ??? (v.)
κατεσθίω to devour (v.)
κατέσθω (s. -έσθίω) to devour (v.)
κατευθύνω to point/direct (v.)
κατευλογέω to ??? (v.)
κατεφίσταμαι to ??? (v.)
κατέχω to commandeer (v.)
κατηγορέω to accuse (v.)
κατηγορία, -ας, ἡ accusation (n.)
κατήγορος, -ου, ὁ accuser (n.)
κατήγωρ, -ορος, ὁ accuser (n.)
κατήφεια, -ας, ἡ dejection (n.)
κατηχέω to instruct (v.)
κατιόω to corrode (v.)
κατισχύω to ??? (v.)
κατοικέω to reside (v.)
κατοίκησις, -εως, ἡ dwelling (n.)
κατοικητήριον, -ου, τό dwelling (n.)
κατοικία, -ας, ἡ dwelling (n.)
κατοικίζω to domicile (v.)
κατοπτρίζω to ??? (v.)
κατόρθωμα, -ατος, τό prosperity (n.)
κατορχέομαι [LXX] to ??? (v.)
κάτω below (adv.)
κατώτατος -η -ον [LXX] deepest (adj.)
κατώτερος -α -ον deeper (adj.)
κατωτέρω lower (adv.)
Καῦδα v.l. Κλαύδην Cauda (Clauda) (n.) [Place]
καῦμα, -ατος, τό heat (n.)
καυματίζω to ??? (v.)
καῦσις, -εως, ἡ burning (n.)
καυσόω to burn up (v.)
καυστηριάζω v.l. καυτ- to cauterize (v.)
καύσων, -ωνος, ὁ ??? (n.)
καυτηριάζω (s. καυστ-) to cauterize (v.)
καυχάομαι to gloat (v.)
καύχημα, -ατος, τό boast (n.)
καύχησις, -εως, ἡ gloating (n.)
Καφαρναούμ v.l. Καπερ-, ἡ Capernaum (n.) [Place]
κάω (s. καίω) to burn (v.)
κβʹ [LXX] 22 [Milesian Numeral]
κδʹ 24 [Milesian Numeral]
Κεγχρεαί, -ῶν, αἱ Cenchreae (n.) [Place]
Κεδρών, ὁ Kidron (n.) [Place]
κεῖμαι to recline (v.)
κειρία, -ας, ἡ binding material (n.)
κείρω to shear (v.)
κέλευσμα, -ατος, τό command (n.)
κελεύω to command (v.)
κενοδοξία, -ας, ἡ vainglory (n.)
κενόδοξος -ον vainglorious (adj.)
κενός -ή -όν empty (adj.)
κενοφωνία, -ας, ἡ chatter (n.)
κενόω to empty (v.)
κέντρον, -ου, τό sting (n.)
* κεντυρίων, -ωνος, ὁ centurion (n.)
κενῶς emptily (adv.)
κεραία, -ας, ἡ hook (n.)
κεραμεύς, -έως, ὁ potter (n.)
κεραμικός -ή -όν made of clay (adj.)
κεράμιον, -ου, τό earthenware (n.)
κέραμος, -ου, ὁ clay (n.)
* κεράννυμι to mix (v.)
κέρας, -ατος, τό horn (n.)
κεράτιον, -ου, τό carob pod (n.)
κερδαίνω to gain (v.)
κέρδος, -ους, τό ??? (n.)
κέρκος, -ου, ἡ [LXX] Rhodes (n.)
* κέρκωψ, -ωπος, ὁ [LXX] jokester (n.)
κέρμα, -ατος, τό coin (n.)
κερματιστής, -οῦ, ὁ money-changer (n.)
κεφάλαιον, -ου, τό point (n.)
κεφαλαιόω (s. -λιόω) to ??? (v.)
κεφαλή, -ῆς, ἡ head (n.)
κεφαλιόω v.l. -λαιόω to ??? (v.)
κεφαλίς, -ίδος, ἡ ??? (n.)
κημός, -οῦ, ὁ [LXX] muzzle (n.)
κημόω to muzzle (v.)
κῆνσος, -ου, ὁ tax (n.)
κῆπος, -ου, ὁ garden (n.)
κηπουρός, -οῦ, ὁ gardener (n.)
κηρίον, -ου, τό honeycomb (n.)
κήρυγμα, -ατος, τό proclamation (n.)
κῆρυξ, -υκος, ὁ proclaimer (n.)
κηρύσσω to proclaim (v.)
κῆτος, -ους, τό ??? (n.)
Κηφᾶς, -ᾶ, ὁ Cephas (Peter) (n.) [Person]
κθʹ [LXX] 29
κιβωτός, -οῦ, ἡ ark (n.)
κιθάρα, -ας, ἡ lyre/harp (n.)
κιθαρίζω to harp (v.)
κιθαρῳδός, -οῦ, ὁ harpist (n.)
Κιλικία, -ας, ἡ Cilicia (n.) [Place]
κινάμωμον, -ου, τό (s. κιννά-) cinnamon (n.)
κινδυνεύω to endanger (v.)
κίνδυνος, -ου, ὁ danger (n.)
κινέω to set in motion (v.)
κίνησις, -εως, ἡ kinesis (n.)
κιννάμωμον v.l. κινά-, -ου, τό cinnamon (n.)
Κίς, ὁ Kish (n.) [Person]
κισσάω [LXX] to ??? (v.)
κίχρημι a.k.a. χράω to lend (v.)
κλάδος, -ου, ὁ branch (n.)
κλαίω to weep (v.)
κλάσις, -εως, ἡ breaking (n.)
κλάσμα, -ατος, τό ??? (n.)
Κλαύδην (s. Καῦδα) Cauda (Clauda) (n.) [Place]
Κλαυδία, -ας, ἡ Claudia (n.) [Person]
Κλαύδιος, -ου, ὁ Claudius (n.) [Person]
κλαυθμός, -οῦ, ὁ crying (n.)
κλάω to break (v.)
κλείς, -ειδός, ἡ key (n.)
κλείω to shut (v.)
κλέμμα, -ατος, τό theft (n.)
Κλεοπᾶς, -ᾶ, ὁ Cleopas (n.) [Person]
κλέος, -ους, τό rumor (n.)
κλέπτης, -ου, ὁ thief (n.)
κλέπτω to steal (v.)
κλῆμα, -ατος, τό branch (n.)
Κλήμης, -εντος, ὁ Clement (n.) [Person]
κληρονομέω to inherit (v.)
κληρονομία, -ας, ἡ inheritance (n.)
κληρονόμος, -ου, ὁ heir (n.)
κλῆρος, -ου, ὁ lot (n.)
κληρόω to ??? (v.)
κλῆσις, -εως, ἡ ??? (n.)
κλητός -ή -όν ??? (adj.)
κλίβανος, -ου, ὁ oven (n.)
κλίμα, -ατος, τό district (n.)
κλιμακτήρ, -ῆρος, ὁ [LXX] step (n.)
κλίμαξ, -ακος, ἡ [LXX] ??? (n.)
κλινάριον, -ου, τό bed (n.)
κλίνη, -ης, ἡ bed (n.)
κλινίδιον, -ου, τό pallet (n.)
κλίνω to bend/wane (v.)
κλισία, -ας, ἡ ??? (n.)
κλοπή, -ῆς, ἡ theft (n.)
κλοποφορέω [LXX] to ??? (v.)
κλύδων, -ωνος, ὁ rough water (n.)
κλυδωνίζομαι to ??? (v.)
κλώθω [LXX] to spin (v.)
Κλωπᾶς, -ᾶ, ὁ Clopas (n.) [Person]
κνήθω to scratch/itch (v.)
Κνίδος, -ου, ἡ Cnidus (n.) [Place]
κοδράντης, -ου, ὁ quandran (n.)
κοιλία, -ας, ἡ belly (n.)
κοιμάω to repose/sleep (v.)
κοίμησις, -εως, ἡ repose/sleep (n.)
κοιμίζω [LXX] to ??? (v.)
κοινός -ή -όν common/vulgar (adj.)
κοινόω to share/vulgarize (v.)
κοινωνέω to share (v.)
κοινωνία, -ας, ἡ fellowship (n.)
κοινωνικός -ή -όν ??? (adj.)
κοινωνός, -οῦ, ὁ and ἡ sharer (n.)
κοίτη, -ης, ἡ bed (n.)
κοιτών, -ῶνος, ὁ bedroom (n.)
κόκκινος -η -ον scarlet (adj.)
κόκκος, -ου, ὁ seed (n.)
κολάζω to punish (v.)
κολακεία, -ας, ἡ flattery (n.)
κόλασις, -εως, ἡ punishment (n.)
Κολασσαί, -ῶν, αἱ (s. Κολο-) Colossae (n.) [Place]
κολαφίζω to ??? (v.)
κολλάω to unite (v.)
κολλούριον v.l. κολλύ-, -ου, τό salve (n.)
κολλυβιστής, -οῦ, ὁ money-changer (n.)
κολλύριον, -ου, τό (s. κολλού-) salve (n.)
κολοβόω to shorten (v.)
Κολοσσαί v.l. Κολα-, -ῶν, αἱ Colossae (n.) [Place]
κόλπος, -ου, ὁ chest (n.)
κολυμβάω to swim (v.)
κολυμβήθρα, -ας, ἡ swimming hole (n.)
κολωνεία, -ας, ἡ (s. -νία) colony (n.)
κολωνία v.l. -νεία, -ας, ἡ colony (n.)
κομάω to wear long hair (v.)
κόμη, -ης, ἡ hair (n.)
κομίζω to procure (v.)
κομψότερον better (adv.)
κόνδυ, -υος, τό cup (n.)
κονιάω to whitewash (v.)
κονιορτός, -οῦ, ὁ dust (n.)
κοπάζω to abate (v.)
κοπανίζω [LXX] to ??? (v.)
κοπετός, -οῦ, ὁ mourning (n.)
κοπή, -ῆς, ἡ slaughter (n.)
* κοπιάω to labor (v.)
κόπος, -ου, ὁ toil (n.)
κοπρία, -ας ἡ manure pile (n.)
κόπριον, -ου, τό dung (n.)
κόπτω to thrash (v.)
κόραξ, -ακος, ὁ raven (n.)
κοράσιον, -ου, τό girl (n.)
* κορβᾶν corban (Heb./Aram.)
κορβανᾶς, -ᾶ, ὁ temple treasury (n.)
Κόρε, ὁ Korah (n.) [Person]
κορέννυμι to ??? (v.)
Κορίνθιος, -ου, ὁ Corinthian (n.)
Κόρινθος, -ου, ἡ Corinth (n.) [Place]
Κορνήλιος, -ου, ὁ Cornelius (n.) [Person]
κόρος, -ου, ὁ measure (n.)
κοσμέω to gussy up (v.)
κοσμικός -ή -όν ??? (adj.)
κόσμιος (-ία) -ον orderly (adj.)
κοσμοκράτωρ, -ορος, ὁ world-ruler (n.)
κόσμος, -ου, ὁ cosmos (n.)
Κούαρτος, -ου, ὁ Quartus (n.) [Person]
κοῦμ v.l. κοῦμι stand up (Heb./Aram.)
κοῦμι (s. κοῦμ) stand up (Heb./Aram.)
κουστωδία, -ας, ἡ guard (n.)
κουφίζω to ??? (v.)
κόφινος, -ου, ὁ basket (n.)
κόχλαξ, -ακος, ὁ [LXX] ??? (n.)
κράβαττος v.l. κράββατος, -ου, ὁ mattress (n.)
κράββατος, -ου, ὁ (s. κράβαττος) mattress (n.)
* κράζω to cry out (v.)
κραιπάλη, -ης, ἡ crapulence (n.)
κρανίον, -ου, τό cranium (n.)
κράσπεδον, -ου, τό hem (n.)
κραταιός -ά -όν mighty (adj.)
κραταιότερος -α -ον [LXX] mightier (adj.)
κραταιόω to grow strong (v.)
κρατέω to arrest (v.)
κρατήρ, -ῆρος, ὁ [LXX] mixing bowl (n.)
κράτιστος -η -ον strongest (adj.)
* κράτος, -ους, τό overwhelmingness (n.)
κρατύς (-εῖα) -ύ [EXTRA] mighty (adj.)
κραυγάζω to ??? (v.)
κραυγή, -ῆς, ἡ cry (n.)
κρέας, κρέως, τό meat (n.)
* κρείσσων -ον (s. κρείττων) better (adj.)
* κρείττων -ον and κρείσσων -ον better (adj.)
κρέμαμαι (s. κρεμάννυμι) to ??? (v.)
κρεμάννυμι/κρέμαμαι to ??? (v.)
κρημνός, -οῦ, ὁ steep slope (n.)
Κρής, -ητός, ὁ Cretan (n.)
Κρήσκης, -εντος, τό Crescens (n.) [Person]
Κρήτη, -ῆς, ἡ Crete (n.) [Place]
κριθή, -ῆς, ἡ barley (n.)
κρίθινος -η -ον barley (adj.)
κρίμα, -ατος, τό judgment (n.)
κρίνον, -ου, τό lily (n.)
κρίνω to judge (v.)
κρίσις, -εως, ἡ judgment (n.)
Κρίσπος, -ου, ὁ Crispus (n.) [Person]
κριτήριον, -ου, τό court (n.)
κριτής, -οῦ, ὁ judge (n.)
κριτικός -ή -όν critical (adj.)
κρούω to strike (v.)
κρύβω (s. κρύπτω) to hide (v.)
κρύπτη, -ης, ἡ crypt (n.)
κρυπτός -ή -όν secret (adj.)
κρύπτω/κρύβω to hide (v.)
κρυσταλλίζω to be clear as crystal (v.)
κρύσταλλος, -ου, ὁ crystal (n.)
κρυφαῖος -αία -ον secret (adj.)
κρυφαῖως [LXX] secretly (adv.)
κρυφῇ in secret (adv.)
κρυφία, -ας, ἡ [LXX] concealment (n.)
κρύφιος -α -ον [LXX] hidden (adj.)
κρυφός, -ου, ὁ [LXX] ??? (n.)
κτάομαι to acquire (v.)
κτῆμα, -ατος, τό asset (n.)
κτῆνος, -ους, τό Animal (n.)
κτήτωρ, -ορος, ὁ owner (n.)
κτίζω to create (v.)
κτίσις, -εως, ἡ creation (n.)
κτίσμα, -ατος, τό creation (n.)
κτίστης, -ου, ὁ creator (n.)
κυβεία, -ας, ἡ trickery (n.)
κυβέρνησις, -εως, ἡ administration (n.)
κυβερνήτης, -ου, ὁ pilot (n.)
κυκλεύω to surround (v.)
κυκλόθεν around (adv.)
κυκλόω to circle (v.)
κύκλῳ in a circle (adv.)
κύλισμα, -ατος, τό (s. κυλισμός) wallowing (n.)
κυλισμός v.l. κύλισμα, -οῦ, ὁ wallowing (n.)
κυλίω to roll (v.)
κυλλός -ή -όν crippled (adj.)
κῦμα, -ατος, τό wave (n.)
κύμβαλον, -ου, τό cymbal (n.)
κύμινον, -ου, τό cummin (n.)
κυνάριον, -ου, τό little dog (n.)
Κύπριος -α -ον Cyprian (adj.)
Κύπρος, -ου, ἡ Cyprus (n.) [Place]
κύπτω to ??? (v.)
Κυρηναῖος, -ου, ὁ Cyrenian (n.)
Κυρήνη, -ης, ἡ Cyrene (n.) [Place]
Κυρήνιος, -ου, ὁ Quirinius (n.) [Person]
κυρία, -ας, ἡ lady (n.)
κυριακός -ή -όν belonging to the Lord (adj.)
κυριεύω to be lord over (v.)
κύριος[1] -α -ον [LXX] authoritative (adj.)
κύριος[2], -ου, ὁ lord (n.)
κυριότης, -ητος, ἡ ??? (n.)
κυριώτατος -η -ον [LXX] most authoritative (adj.)
κυρόω to ??? (v.)
κύων, κυνός, ὁ canine (n.)
κῶλον, -ου, τό corpse (n.)
κωλύω (cf. φράσσω) to hinder (v.)
κωματίζομαι [LXX] to ??? (v.)
κώμη, -ης, ἡ town (n.)
κωμόπολις, -εως, ἡ market town (n.)
κῶμος, -ου, ὁ bacchanal (n.)
κώνωψ, -ωπος, ὁ gnat (n.)
κώπη, -ης, ἡ [LXX] oar (n.)
κωπηλάτης, -ου, ὁ [LXX] rower (n.)
Κῶς, -ῶ, ἡ Cos (n.) [Place]
Κωσάμ, ὁ Cosam (n.) [Person]
κωφ [LXX] qoph (Heb.)
κωφεύω [LXX] to hold one's peace (v.)
κωφός -ή -όν deaf/deaf-mute (adj.)
κωφόω [LXX] to deafen (v.)
καʹ [LXX] 21 [Milesian Numeral]
κἀγώ (καὶ ἐγώ) and/also I
καθ’ (s. κατά) according to (+acc), against (+gen) (prep.)
καθά (καθ’ ἅ) according to which (conj.)
καθαγιάζω [LXX] to ??? (v.)
καθαίρεσις, -εως, ἡ ??? (n.)
καθαιρέω to take down (v.)
καθαίρω to clear (v.)
καθάπερ even as (conj.)
καθάπτω to ??? (v.)
καθαρίζω to cleanse (v.)
καθαριόω [LXX] to ??? (v.)
καθαρισμός, -οῦ, ὁ purification (n.)
καθαρός -ά -όν clean (adj.)
καθαρότης, -ητος, ἡ ??? (n.)
καθέδρα, -ας, ἡ chair (n.)
καθέζομαι to ??? (v.)
καθεῖς -ἕν each one/one-by-one (adj.)
καθεξῆς one after the other (adv.)
καθεύδω to ??? (v.)
καθηγητής, -οῦ, ὁ teacher (n.)
καθήκω to sit/reach (v.)
κάθημαι to sit (v.)
καθημερινός -ή -όν daily (adj.)
καθίζω to sit (v.)
καθίημι to set (v.)
καθιστάνω/-ιστάω (by-form of καθίστημι) to ??? (v.)
καθίστημι to establish (v.)
καθό (καθ’ ὅ) according to which (adv.)
καθόλου entirely (adv.)
καθοπλίζω to ??? (v.)
καθοράω to look down (v.)
καθότι as (conj.)
καθυφαίνω [LXX] to ??? (v.)
καθώς according to how/in accordance with how (adv.)
καθώσπερ exactly as (adv.)
καί and/also (conj.)
Καϊάφας, -ᾶ, ὁ Caiaphas (n.) [Person]
Κάϊν, ὁ Cain (n.) [Person]
Καϊνάμ v.l. -νάν, ὁ Cainan (n.) [Person]
Καϊνάν, ὁ (s. -νάμ) Cainan (n.) [Person]
καινός -ή -όν new (adj.)
καινότερος -α -ον newer (adj.)
καινότης, -ητος, ἡ newness (n.)
καίπερ although (conj.)
καιρός, -οῦ, ὁ period of time (n.)
Καῖσαρ, -αρος, ὁ Caesar (n.) [Person]
Καισάρεια, -ας, ἡ Caesarea (n.) [Place]
καίτοι and such (adv.)
καίτοιγε ??? (adv.)
καίω/κάω to burn (v.)
κἀκεῖ (καὶ ἐκεῖ) and/also there
κἀκεῖθεν (καὶ ἐκεῖθεν) and/also from there
κἀκεῖνος -η -ο (καὶ ἐκεῖνος) and/also that
κακία, -ας, ἡ ??? (n.)
κακοήθεια, -ας, ἡ mean-spiritedness (n.)
κακολογέω to bad-mouth (v.)
κακοπάθεια, -ας, ἡ (s. -θία) suffering (n.)
κακοπαθέω to suffer (v.)
κακοπαθία v.l. -θεια, -ας, ἡ suffering (n.)
κακοποιέω to do wrong (v.)
κακοποιός -όν wrong-doing (adj.)
κακός -ή -όν wrong (adj.)
κακοῦργος -ον criminal (adj.)
κακουχέω to maltreat (v.)
κακόω to wrong (v.)
κακῶς wrongly (adv.)
κάκωσις, -εως, ἡ mistreatment (n.)
καλάμη, -ης, ἡ straw (n.)
κάλαμος, -ου, ὁ reed (n.)
καλέω to call (v.)
καλλιέλαιος, -ου, ἡ cultivated olive tree (n.)
καλλίον rightlier (adv.)
καλλίστος -η -ον [LXX] best (adj.)
καλλίων -ον [LXX] better (adj.)
καλλωπίζω [LXX] to ??? (v.)
καλοδιδάσκαλος -ον teaching what is good (adj.)
καλοποιέω to do right (v.)
καλός -ή -όν fit (adj.)
κάλυμμα, -ατος, τό veil (n.)
κάλυξ, -υκος, ἡ [LXX] covering (n.)
καλυπτήρ, -ῆρος, ὁ [LXX] cover (n.)
καλύπτω to cover (v.)
καλῶς rightly (adv.)
κάμαξ, -ακος, ὁ [LXX] Spear (n.)
κἀμέ (καὶ ἐμέ) and/also me
κάμηλος, -ου, ὁ and ἡ camel (n.)
κάμινος, -ου, ἡ furnace (n.)
καμμύω to close (v.)
κάμνω to Wear out (v.)
κἀμοί (καὶ ἐμοί) and/also me
κἀμοῦ (καὶ ἐμοῦ) and/also me
κάμπτω to Bend (v.)
κἄν (καὶ ἄν or καὶ ἐάν) and/also (if) ever
Κανά v.l. Κανᾶ, ἡ Cana (n.) [Place]
Καναναῖος, -ου, ὁ Cananean (n.)
Κανανίτης, -ου, ὁ Cananite (n.)
Κανδάκη, -ης, ἡ Candace (n.) [Person]
κανών, -όνος, ὁ canon (n.)
Καπερναούμ, ἡ (s. Καφαρ-) Capernaum (n.) [Place]
καπηλεύω to peddle (v.)
καπνός, -οῦ, ὁ smoke (n.)
Καππαδοκία, -ας, ἡ Cappadocia (n.) [Place]
καρδία, -ας, ἡ heart (n.)
καρδιογνώστης, -ου, ὁ heart-knower (n.)
καρπός[1], -οῦ, ὁ fruit (n.)
Κάρπος[2], -ου, ὁ Carpus (n.)
καρποφορέω to ??? (v.)
καρποφόρος -ον fruitful (adj.)
καρτερέω to be steadfast (v.)
* κάρφος, -ους, τό splinter (n.)
κατά according to (+acc), against (+gen) (prep.)
καταβαίνω to descend (v.)
καταβάλλω to ??? (v.)
καταβαρέω to ??? (v.)
καταβαρύνω to ??? (v.)
κατάβασις, -εως, ἡ descent (n.)
καταβιβάζω to bring down (v.)
* καταβολή, -ῆς, ἡ foundation (n.)
καταβραβεύω to decide against (v.)
καταγγελεύς, -έως, ὁ preacher (n.)
καταγγέλλω to declare (v.)
καταγελάω to laugh at (v.)
κατάγελως, -ωτος, ὁ ??? (n.)
καταγίνομαι [LXX] to ??? (v.)
* καταγινώσκω to convict (v.)
κατάγνυμι to smash (v.)
κατάγνωσις, -εως, ἡ [LXX] condemnation (n.)
καταγράφω to ??? (v.)
κατάγω to down-lead (v.)
καταγωνίζομαι to ??? (v.)
καταδέομαι [LXX] to ??? (v.)
καταδέω to ??? (v.)
κατάδηλος -ον very,clear (adj.)
καταδικάζω to ??? (v.)
καταδίκη, -ης, ἡ conviction (n.)
καταδιώκω to ??? (v.)
καταδουλόω to ??? (v.)
καταδυναστεύω to exploit (v.)
καταδύω [LXX] to ??? (v.)
κατάθεμα, -ατος, τό accursed thing (n.)
καταθεματίζω to ??? (v.)
καταθλάω [LXX] to crush (v.)
καταικίζω [LXX] to ??? (v.)
καταισχύνω (not to be confused with κατισχύω) to humiliate (v.)
κατακαίω to burn completely (v.)
κατακαλύπτω to cover up (v.)
κατακαυχάομαι to ??? (v.)
κατάκειμαι to ??? (v.)
κατακλάω to ??? (v.)
κατακλείω to ??? (v.)
κατακληρονομέω to transfer title (v.)
κατακλίνω to ??? (v.)
κατακλύζω to ??? (v.)
κατακλυσμός, -οῦ, ὁ deluge/flood (n.)
κατακολουθέω to follow behind (v.)
κατακόπτω to ??? (v.)
κατακρημνίζω to ??? (v.)
κατάκριμα, -ατος, τό ??? (n.)
κατακρίνω to condemn (v.)
κατάκρισις, -εως, ἡ condemnation (n.)
κατακρύπτω [LXX] to ??? (v.)
κατακύπτω to ??? (v.)
κατακυριεύω to gain control over (v.)
καταλαλέω to slander (v.)
καταλαλιά, -ᾶς, ἡ slander (n.)
κατάλαλος -ον slanderous (adj.)
καταλαμβάνω to grasp/lay hold of (v.)
καταλέγω to ??? (v.)
κατάλειμμα, -ατος, τό ??? (n.)
καταλείπω to Leave (v.)
καταλήγω [LXX] to cease (v.)
καταλιθάζω to stone (v.)
καταλλαγή, -ῆς, ἡ reconciliation (n.)
καταλλάσσω to change (v.)
κατάλοιπος -ον remaining (adj.)
κατάλυμα, -ατος, τό temporary place to stay (n.)
καταλύω to tear down (v.)
καταμανθάνω to learn (v.)
καταμαρτυρέω to witness against (v.)
καταμένω to ??? (v.)
καταμιμνῄσκω [LXX] to ??? (v.)
καταμόνας alone (adv.)
καταναλίσκω to ??? (v.)
καταναρκάω to burden (v.)
κατανεύω to signal (v.)
κατανοέω to study (v.)
καταντάω to arrive (v.)
κατάνυξις, -εως, ἡ stupefaction (n.)
κατανύσσομαι to ??? (v.)
καταξαίνω [LXX] to ??? (v.)
καταξιόω to ??? (v.)
καταξύω [LXX] to ??? (v.)
καταπάσσω [LXX] to ??? (v.)
καταπατέω to trample/tread (v.)
κατάπαυσις, -εως, ἡ rest (n.)
καταπαύω to ??? (v.)
καταπέτασμα, -ατος, τό curtain (n.)
καταπήγνυμι [LXX] to ??? (v.)
καταπίνω to swallow (v.)
καταπίπτω to ??? (v.)
καταπλέω to ??? (v.)
καταπονέω to oppress (v.)
καταποντίζω to ??? (v.)
καταπροδίδωμι [LXX] to ??? (v.)
καταπτήσσω [LXX] to ??? (v.)
κατάρα, -ας, ἡ curse (n.)
καταράομαι to ??? (v.)
καταράσσω [LXX] to ??? (v.)
καταργέω to neutralize (v.)
καταριθμέω to count (v.)
καταρράσσω [LXX] to ??? (v.)
καταρρήγνυμι [LXX] to ??? (v.)
καταρτίζω to repair (v.)
κατάρτισις, -εως, ἡ maturation (n.)
καταρτισμός, -οῦ, ὁ equipment (n.)
κατασείω to shake (v.)
κατασήθω [LXX] to strew (v.)
κατασκάπτω to ??? (v.)
κατασκευάζω to ??? (v.)
κατασκηνόω to settle (v.)
κατασκήνωσις, -εως, ἡ settling (n.)
κατασκιάζω to ??? (v.)
κατασκοπεύω [LXX] to ??? (v.)
κατασκοπέω to ??? (v.)
κατάσκοπος, -ου, ὁ spy (n.)
κατασοφίζομαι to ??? (v.)
κατασπάω [LXX] to ??? (v.)
καταστέλλω to ??? (v.)
κατάστημα, -ατος, τό demeanor (n.)
καταστηρίζω [LXX] to ??? (v.)
καταστολή, -ῆς, ἡ ??? (n.)
καταστρέφω to ??? (v.)
καταστρηνιάω to be governed by strong physical desire (v.)
καταστροφή, -ῆς, ἡ catastrophe (n.)
καταστρώννυμι to ??? (v.)
κατασυρίζω [LXX] to ??? (v.)
κατασύρω to drag away (v.)
κατασφάζω to ??? (v.)
κατασφαλίζομαι [LXX] to ??? (v.)
κατασφραγίζω to ??? (v.)
κατάσχεσις, -εως, ἡ spoil (n.)
κατατίθημι to ??? (v.)
κατατομή, -ῆς, ἡ mutilation (n.)
κατατρέχω to run down (v.)
κατατρίβω [LXX] to ??? (v.)
κατατυγχάνω [LXX] to ??? (v.)
καταφάγομαι (s. κατεσθίω) to devour (v.)
καταφαίνω [LXX] to ??? (v.)
καταφέρω to ??? (v.)
καταφεύγω to down-flee (v.)
καταφθείρω to ruin (v.)
καταφιλέω to kiss (v.)
καταφρονέω to condescend (v.)
καταφρονητής, -οῦ, ὁ scoffer (n.)
καταφυγή, -ῆς, ἡ [LXX] refuge (n.)
καταχαλάω [LXX] to ??? (v.)
καταχέω to ??? (v.)
καταχθόνιος -ον subterranean (adj.)
καταχράομαι to utilize (v.)
καταχρίω [LXX] to ??? (v.)
καταψεύδομαι [LXX] to ??? (v.)
καταψύχω to ??? (v.)
κατεάγνυμι (s. κατάγνυμι) to smash (v.)
κατέδομαι (s. κατεσθίω) to devour (v.)
κατείδωλος -ον full of idols (adj.)
κατέναντι ??? (+gen) (prep.)
κατενώπιον, -ου, τό before (n.)
κατεξουσιάζω to ??? (v.)
κατεργάζομαι to accomplish (v.)
κατέρχομαι to ??? (v.)
κατεσθίω to devour (v.)
κατέσθω (s. -έσθίω) to devour (v.)
κατευθύνω to point/direct (v.)
κατευλογέω to ??? (v.)
κατεφίσταμαι to ??? (v.)
κατέχω to commandeer (v.)
κατηγορέω to accuse (v.)
κατηγορία, -ας, ἡ accusation (n.)
κατήγορος, -ου, ὁ accuser (n.)
κατήγωρ, -ορος, ὁ accuser (n.)
κατήφεια, -ας, ἡ dejection (n.)
κατηχέω to instruct (v.)
κατιόω to corrode (v.)
κατισχύω to ??? (v.)
κατοικέω to reside (v.)
κατοίκησις, -εως, ἡ dwelling (n.)
κατοικητήριον, -ου, τό dwelling (n.)
κατοικία, -ας, ἡ dwelling (n.)
κατοικίζω to domicile (v.)
κατοπτρίζω to ??? (v.)
κατόρθωμα, -ατος, τό prosperity (n.)
κατορχέομαι [LXX] to ??? (v.)
κάτω below (adv.)
κατώτατος -η -ον [LXX] deepest (adj.)
κατώτερος -α -ον deeper (adj.)
κατωτέρω lower (adv.)
Καῦδα v.l. Κλαύδην Cauda (Clauda) (n.) [Place]
καῦμα, -ατος, τό heat (n.)
καυματίζω to ??? (v.)
καῦσις, -εως, ἡ burning (n.)
καυσόω to burn up (v.)
καυστηριάζω v.l. καυτ- to cauterize (v.)
καύσων, -ωνος, ὁ ??? (n.)
καυτηριάζω (s. καυστ-) to cauterize (v.)
καυχάομαι to gloat (v.)
καύχημα, -ατος, τό boast (n.)
καύχησις, -εως, ἡ gloating (n.)
Καφαρναούμ v.l. Καπερ-, ἡ Capernaum (n.) [Place]
κάω (s. καίω) to burn (v.)
κβʹ [LXX] 22 [Milesian Numeral]
κδʹ 24 [Milesian Numeral]
Κεγχρεαί, -ῶν, αἱ Cenchreae (n.) [Place]
Κεδρών, ὁ Kidron (n.) [Place]
κεῖμαι to recline (v.)
κειρία, -ας, ἡ binding material (n.)
κείρω to shear (v.)
κέλευσμα, -ατος, τό command (n.)
κελεύω to command (v.)
κενοδοξία, -ας, ἡ vainglory (n.)
κενόδοξος -ον vainglorious (adj.)
κενός -ή -όν empty (adj.)
κενοφωνία, -ας, ἡ chatter (n.)
κενόω to empty (v.)
κέντρον, -ου, τό sting (n.)
* κεντυρίων, -ωνος, ὁ centurion (n.)
κενῶς emptily (adv.)
κεραία, -ας, ἡ hook (n.)
κεραμεύς, -έως, ὁ potter (n.)
κεραμικός -ή -όν made of clay (adj.)
κεράμιον, -ου, τό earthenware (n.)
κέραμος, -ου, ὁ clay (n.)
* κεράννυμι to mix (v.)
κέρας, -ατος, τό horn (n.)
κεράτιον, -ου, τό carob pod (n.)
κερδαίνω to gain (v.)
κέρδος, -ους, τό ??? (n.)
κέρκος, -ου, ἡ [LXX] Rhodes (n.)
* κέρκωψ, -ωπος, ὁ [LXX] jokester (n.)
κέρμα, -ατος, τό coin (n.)
κερματιστής, -οῦ, ὁ money-changer (n.)
κεφάλαιον, -ου, τό point (n.)
κεφαλαιόω (s. -λιόω) to ??? (v.)
κεφαλή, -ῆς, ἡ head (n.)
κεφαλιόω v.l. -λαιόω to ??? (v.)
κεφαλίς, -ίδος, ἡ ??? (n.)
κημός, -οῦ, ὁ [LXX] muzzle (n.)
κημόω to muzzle (v.)
κῆνσος, -ου, ὁ tax (n.)
κῆπος, -ου, ὁ garden (n.)
κηπουρός, -οῦ, ὁ gardener (n.)
κηρίον, -ου, τό honeycomb (n.)
κήρυγμα, -ατος, τό proclamation (n.)
κῆρυξ, -υκος, ὁ proclaimer (n.)
κηρύσσω to proclaim (v.)
κῆτος, -ους, τό ??? (n.)
Κηφᾶς, -ᾶ, ὁ Cephas (Peter) (n.) [Person]
κθʹ [LXX] 29
κιβωτός, -οῦ, ἡ ark (n.)
κιθάρα, -ας, ἡ lyre/harp (n.)
κιθαρίζω to harp (v.)
κιθαρῳδός, -οῦ, ὁ harpist (n.)
Κιλικία, -ας, ἡ Cilicia (n.) [Place]
κινάμωμον, -ου, τό (s. κιννά-) cinnamon (n.)
κινδυνεύω to endanger (v.)
κίνδυνος, -ου, ὁ danger (n.)
κινέω to set in motion (v.)
κίνησις, -εως, ἡ kinesis (n.)
κιννάμωμον v.l. κινά-, -ου, τό cinnamon (n.)
Κίς, ὁ Kish (n.) [Person]
κισσάω [LXX] to ??? (v.)
κίχρημι a.k.a. χράω to lend (v.)
κλάδος, -ου, ὁ branch (n.)
κλαίω to weep (v.)
κλάσις, -εως, ἡ breaking (n.)
κλάσμα, -ατος, τό ??? (n.)
Κλαύδην (s. Καῦδα) Cauda (Clauda) (n.) [Place]
Κλαυδία, -ας, ἡ Claudia (n.) [Person]
Κλαύδιος, -ου, ὁ Claudius (n.) [Person]
κλαυθμός, -οῦ, ὁ crying (n.)
κλάω to break (v.)
κλείς, -ειδός, ἡ key (n.)
κλείω to shut (v.)
κλέμμα, -ατος, τό theft (n.)
Κλεοπᾶς, -ᾶ, ὁ Cleopas (n.) [Person]
κλέος, -ους, τό rumor (n.)
κλέπτης, -ου, ὁ thief (n.)
κλέπτω to steal (v.)
κλῆμα, -ατος, τό branch (n.)
Κλήμης, -εντος, ὁ Clement (n.) [Person]
κληρονομέω to inherit (v.)
κληρονομία, -ας, ἡ inheritance (n.)
κληρονόμος, -ου, ὁ heir (n.)
κλῆρος, -ου, ὁ lot (n.)
κληρόω to ??? (v.)
κλῆσις, -εως, ἡ ??? (n.)
κλητός -ή -όν ??? (adj.)
κλίβανος, -ου, ὁ oven (n.)
κλίμα, -ατος, τό district (n.)
κλιμακτήρ, -ῆρος, ὁ [LXX] step (n.)
κλίμαξ, -ακος, ἡ [LXX] ??? (n.)
κλινάριον, -ου, τό bed (n.)
κλίνη, -ης, ἡ bed (n.)
κλινίδιον, -ου, τό pallet (n.)
κλίνω to bend/wane (v.)
κλισία, -ας, ἡ ??? (n.)
κλοπή, -ῆς, ἡ theft (n.)
κλοποφορέω [LXX] to ??? (v.)
κλύδων, -ωνος, ὁ rough water (n.)
κλυδωνίζομαι to ??? (v.)
κλώθω [LXX] to spin (v.)
Κλωπᾶς, -ᾶ, ὁ Clopas (n.) [Person]
κνήθω to scratch/itch (v.)
Κνίδος, -ου, ἡ Cnidus (n.) [Place]
κοδράντης, -ου, ὁ quandran (n.)
κοιλία, -ας, ἡ belly (n.)
κοιμάω to repose/sleep (v.)
κοίμησις, -εως, ἡ repose/sleep (n.)
κοιμίζω [LXX] to ??? (v.)
κοινός -ή -όν common/vulgar (adj.)
κοινόω to share/vulgarize (v.)
κοινωνέω to share (v.)
κοινωνία, -ας, ἡ fellowship (n.)
κοινωνικός -ή -όν ??? (adj.)
κοινωνός, -οῦ, ὁ and ἡ sharer (n.)
κοίτη, -ης, ἡ bed (n.)
κοιτών, -ῶνος, ὁ bedroom (n.)
κόκκινος -η -ον scarlet (adj.)
κόκκος, -ου, ὁ seed (n.)
κολάζω to punish (v.)
κολακεία, -ας, ἡ flattery (n.)
κόλασις, -εως, ἡ punishment (n.)
Κολασσαί, -ῶν, αἱ (s. Κολο-) Colossae (n.) [Place]
κολαφίζω to ??? (v.)
κολλάω to unite (v.)
κολλούριον v.l. κολλύ-, -ου, τό salve (n.)
κολλυβιστής, -οῦ, ὁ money-changer (n.)
κολλύριον, -ου, τό (s. κολλού-) salve (n.)
κολοβόω to shorten (v.)
Κολοσσαί v.l. Κολα-, -ῶν, αἱ Colossae (n.) [Place]
κόλπος, -ου, ὁ chest (n.)
κολυμβάω to swim (v.)
κολυμβήθρα, -ας, ἡ swimming hole (n.)
κολωνεία, -ας, ἡ (s. -νία) colony (n.)
κολωνία v.l. -νεία, -ας, ἡ colony (n.)
κομάω to wear long hair (v.)
κόμη, -ης, ἡ hair (n.)
κομίζω to procure (v.)
κομψότερον better (adv.)
κόνδυ, -υος, τό cup (n.)
κονιάω to whitewash (v.)
κονιορτός, -οῦ, ὁ dust (n.)
κοπάζω to abate (v.)
κοπανίζω [LXX] to ??? (v.)
κοπετός, -οῦ, ὁ mourning (n.)
κοπή, -ῆς, ἡ slaughter (n.)
* κοπιάω to labor (v.)
κόπος, -ου, ὁ toil (n.)
κοπρία, -ας ἡ manure pile (n.)
κόπριον, -ου, τό dung (n.)
κόπτω to thrash (v.)
κόραξ, -ακος, ὁ raven (n.)
κοράσιον, -ου, τό girl (n.)
* κορβᾶν corban (Heb./Aram.)
κορβανᾶς, -ᾶ, ὁ temple treasury (n.)
Κόρε, ὁ Korah (n.) [Person]
κορέννυμι to ??? (v.)
Κορίνθιος, -ου, ὁ Corinthian (n.)
Κόρινθος, -ου, ἡ Corinth (n.) [Place]
Κορνήλιος, -ου, ὁ Cornelius (n.) [Person]
κόρος, -ου, ὁ measure (n.)
κοσμέω to gussy up (v.)
κοσμικός -ή -όν ??? (adj.)
κόσμιος (-ία) -ον orderly (adj.)
κοσμοκράτωρ, -ορος, ὁ world-ruler (n.)
κόσμος, -ου, ὁ cosmos (n.)
Κούαρτος, -ου, ὁ Quartus (n.) [Person]
κοῦμ v.l. κοῦμι stand up (Heb./Aram.)
κοῦμι (s. κοῦμ) stand up (Heb./Aram.)
κουστωδία, -ας, ἡ guard (n.)
κουφίζω to ??? (v.)
κόφινος, -ου, ὁ basket (n.)
κόχλαξ, -ακος, ὁ [LXX] ??? (n.)
κράβαττος v.l. κράββατος, -ου, ὁ mattress (n.)
κράββατος, -ου, ὁ (s. κράβαττος) mattress (n.)
* κράζω to cry out (v.)
κραιπάλη, -ης, ἡ crapulence (n.)
κρανίον, -ου, τό cranium (n.)
κράσπεδον, -ου, τό hem (n.)
κραταιός -ά -όν mighty (adj.)
κραταιότερος -α -ον [LXX] mightier (adj.)
κραταιόω to grow strong (v.)
κρατέω to arrest (v.)
κρατήρ, -ῆρος, ὁ [LXX] mixing bowl (n.)
κράτιστος -η -ον strongest (adj.)
* κράτος, -ους, τό overwhelmingness (n.)
κρατύς (-εῖα) -ύ [EXTRA] mighty (adj.)
κραυγάζω to ??? (v.)
κραυγή, -ῆς, ἡ cry (n.)
κρέας, κρέως, τό meat (n.)
* κρείσσων -ον (s. κρείττων) better (adj.)
* κρείττων -ον and κρείσσων -ον better (adj.)
κρέμαμαι (s. κρεμάννυμι) to ??? (v.)
κρεμάννυμι/κρέμαμαι to ??? (v.)
κρημνός, -οῦ, ὁ steep slope (n.)
Κρής, -ητός, ὁ Cretan (n.)
Κρήσκης, -εντος, τό Crescens (n.) [Person]
Κρήτη, -ῆς, ἡ Crete (n.) [Place]
κριθή, -ῆς, ἡ barley (n.)
κρίθινος -η -ον barley (adj.)
κρίμα, -ατος, τό judgment (n.)
κρίνον, -ου, τό lily (n.)
κρίνω to judge (v.)
κρίσις, -εως, ἡ judgment (n.)
Κρίσπος, -ου, ὁ Crispus (n.) [Person]
κριτήριον, -ου, τό court (n.)
κριτής, -οῦ, ὁ judge (n.)
κριτικός -ή -όν critical (adj.)
κρούω to strike (v.)
κρύβω (s. κρύπτω) to hide (v.)
κρύπτη, -ης, ἡ crypt (n.)
κρυπτός -ή -όν secret (adj.)
κρύπτω/κρύβω to hide (v.)
κρυσταλλίζω to be clear as crystal (v.)
κρύσταλλος, -ου, ὁ crystal (n.)
κρυφαῖος -αία -ον secret (adj.)
κρυφαῖως [LXX] secretly (adv.)
κρυφῇ in secret (adv.)
κρυφία, -ας, ἡ [LXX] concealment (n.)
κρύφιος -α -ον [LXX] hidden (adj.)
κρυφός, -ου, ὁ [LXX] ??? (n.)
κτάομαι to acquire (v.)
κτῆμα, -ατος, τό asset (n.)
κτῆνος, -ους, τό Animal (n.)
κτήτωρ, -ορος, ὁ owner (n.)
κτίζω to create (v.)
κτίσις, -εως, ἡ creation (n.)
κτίσμα, -ατος, τό creation (n.)
κτίστης, -ου, ὁ creator (n.)
κυβεία, -ας, ἡ trickery (n.)
κυβέρνησις, -εως, ἡ administration (n.)
κυβερνήτης, -ου, ὁ pilot (n.)
κυκλεύω to surround (v.)
κυκλόθεν around (adv.)
κυκλόω to circle (v.)
κύκλῳ in a circle (adv.)
κύλισμα, -ατος, τό (s. κυλισμός) wallowing (n.)
κυλισμός v.l. κύλισμα, -οῦ, ὁ wallowing (n.)
κυλίω to roll (v.)
κυλλός -ή -όν crippled (adj.)
κῦμα, -ατος, τό wave (n.)
κύμβαλον, -ου, τό cymbal (n.)
κύμινον, -ου, τό cummin (n.)
κυνάριον, -ου, τό little dog (n.)
Κύπριος -α -ον Cyprian (adj.)
Κύπρος, -ου, ἡ Cyprus (n.) [Place]
κύπτω to ??? (v.)
Κυρηναῖος, -ου, ὁ Cyrenian (n.)
Κυρήνη, -ης, ἡ Cyrene (n.) [Place]
Κυρήνιος, -ου, ὁ Quirinius (n.) [Person]
κυρία, -ας, ἡ lady (n.)
κυριακός -ή -όν belonging to the Lord (adj.)
κυριεύω to be lord over (v.)
κύριος[1] -α -ον [LXX] authoritative (adj.)
κύριος[2], -ου, ὁ lord (n.)
κυριότης, -ητος, ἡ ??? (n.)
κυριώτατος -η -ον [LXX] most authoritative (adj.)
κυρόω to ??? (v.)
κύων, κυνός, ὁ canine (n.)
κῶλον, -ου, τό corpse (n.)
κωλύω (cf. φράσσω) to hinder (v.)
κωματίζομαι [LXX] to ??? (v.)
κώμη, -ης, ἡ town (n.)
κωμόπολις, -εως, ἡ market town (n.)
κῶμος, -ου, ὁ bacchanal (n.)
κώνωψ, -ωπος, ὁ gnat (n.)
κώπη, -ης, ἡ [LXX] oar (n.)
κωπηλάτης, -ου, ὁ [LXX] rower (n.)
Κῶς, -ῶ, ἡ Cos (n.) [Place]
Κωσάμ, ὁ Cosam (n.) [Person]
κωφ [LXX] qoph (Heb.)
κωφεύω [LXX] to hold one's peace (v.)
κωφός -ή -όν deaf/deaf-mute (adj.)
κωφόω [LXX] to deafen (v.)