Δ δ
Annotated entries are asterisked.
δʹ [LXX]
4 [Milesian Numeral]
Δαβίδ, ὁ (s. Δαυίδ) David (n.) [Person]
ΔΑΔ David [Nomen Sacrum]
δαιμονίζομαι to ??? (v.)
δαιμόνιον, -ου, τό demon (n.)
δαιμονιώδης -ες demon-like (adj.)
δαίμων, -ονος, ὁ demon (n.)
δάκνω to bite (v.)
δάκρυον, -ου, τό tear (n.)
δακρύω to cry (v.)
δακτύλιος, -ου, ὁ ring (n.)
δάκτυλος, -ου, ὁ finger (n.)
Δαλμανουθά, ὁ Dalmanutha (n.) [Place]
Δαλματία, -ας, ἡ Dalmatia (n.) [Place]
δαμάζω to subdue (v.)
δάμαλις, -εως, ἡ heifer (n.)
Δάμαρις, -ιδος, ἡ Damaris (n.) [Person]
Δαμασκηνός -ή -όν from Damascus (adj.)
Δαμασκός, -οῦ, ὁ Damascus (n.) [Place]
δαν(ε)ίζω to ??? (v.)
δάν(ε)ιον, -ου, τό loan
δαν(ε)ιστής, -οῦ, ὁ money lender
Δανιήλ, ὁ Daniel (n.) [Person]
δαπανάω to deplete (v.)
δαπάνη, -ης, ἡ cost (n.)
δασέως [LXX] ??? (adv.)
δασύς -εῖα -ύ [LXX] shaggy (adj.)
Δαυίδ v.l. Δαβίδ, ὁ David (n.) [Person]
δέ But also
δέησις, -εως, ἡ plea (n.)
δεῖ (s. δέω) to bind (v.)
δεῖγμα, -ατος, τό ??? (n.)
δειγματίζω to ??? (v.)
δείκνυμι a.k.a. δεικνύω to show (v.)
δεικνύω (s. δείκνυμι) to show (v.)
δειλία, -ας, ἡ cowardice/timidity (n.)
δειλιάω to cower (v.)
δειλός -ή -όν cowardly (adj.)
* δεῖνα, ὁ, ἡ, τό certain someone (pron.)
δεινός -ή -όν [LXX] dreadful (adj.)
δεινῶς dreadfully (adv.)
δειπνέω to dine (v.)
δεῖπνον, -ου, τό supper (n.)
δεισιδαιμονέστερος -α -ον more religious (adj.)
δεισιδαιμονία, -ας, ἡ religion (n.)
δεισιδαίμων -ον [EXTRA] religious (adj.)
δέκα ten (adj.)
δεκαδύο (s. δώδεκα) twelve (adj.)
δεκαέξ/ἑκκαίδεκα [LXX] sixteen (adj.)
δεκαοκτώ/ὀκτωκαίδεκα eighteen (adj.)
δεκαπέντε/πεντεκαίδεκα fifteen (adj.)
δεκαπλασίων -ον [LXX] tenfold (adj.)
δεκαπλασίως [LXX] tenfold-ly (adv.)
* Δεκάπολις, -εως, ἡ Decapolis (n.) [Place]
δεκατέσσαρες -α fourteen (adj.)
δεκάτη (s. δέκατος) tenth (adj.)
δέκατος -η -ον tenth (adj.)
δεκατόω to collect tithes (v.)
δεκτός -ή -όν acceptable (adj.)
δελεάζω to entice (v.)
δελθ [LXX] daleth (Heb.)
δένδρον, -ου, τό tree (n.)
δεξιολάβος, -ου, ὁ ??? (n.)
δεξιός -ά -όν right (adj.)
δέομαι to need/require (v.)
δέον (s. δέω) to bind (v.)
δέος, -ους, τό fear (n.)
Δερβαῖος -α -ον Derbian (adj.)
Δέρβη, -ης, ἡ Derbe (n.) [Place]
δέρμα, -ατος, τό skin (n.)
δερμάτινος -η -ον leather (adj.)
δέρω to beat (v.)
δεσμά, -ῶν, τά (s. δεσμός) restraint (n.)
δεσμεύω v.l. -μέω to bind (v.)
δεσμέω (s. -μεύω) to bind (v.)
δέσμη, -ης, ἡ ??? (n.)
δέσμιος[1] (-ία) -ον [LXX] bound (adj.)
δέσμιος[2], -ου, ὁ prisoner (n.)
δεσμός, -οῦ, ὁ and δεσμά, -ῶν, τά restraint (n.)
δεσμοφύλαξ, -ακος, ὁ jailer (n.)
δεσμωτήριον, -ου, τό prison (n.)
δεσμώτης, -ου, ὁ prisoner (n.)
* δεσπότης, -ου, ὁ despot (n.)
δεῦρο come!/here and now (adv.)
δεῦτε come (adv.)
δευτεραῖος -αία -ον of a two-day period (adj.)
δευτερόπρωτος -ον ??? (adj.)
δεύτερος -α -ον second (adj.)
δέχομαι to receive (v.)
δέω to bind (v.)
δή indeed
δῆλος -η -ον evident (adj.)
δηλόω to disclose (v.)
Δημᾶς, -ᾶ, ὁ Demas (n.) [Person]
δημηγορέω to speak publically (v.)
Δημήτριος, -ου, ὁ Demetrius (n.) [Person]
δημιουργός, -οῦ, ὁ builder (n.)
δῆμος, -ου, ὁ ??? (n.)
δημόσιος -ία -ον public (adj.)
δηνάριον, -ου, τό denarius (n.)
δήποτε at any time (adv.)
δήπου of course (adv.)
Δία (s. Ζεύς, Διός, ὁ) Zeus [Person]
διά because of (+acc), through (+gen) (prep.)
διαβαίνω to cross over (v.)
διαβάλλω to ??? (v.)
διαβεβαιόομαι to insist (v.)
διαβιβάζω [LXX] to ??? (v.)
διαβλέπω to ??? (v.)
διάβολος -ον diabolical (adj.)
διαγγέλλω to ??? (v.)
διαγίνομαι to ??? (v.)
διαγινώσκω to diagnose (v.)
διαγνωρίζω to give an exact report (v.)
διάγνωσις, -εως, ἡ diagnosis (n.)
διαγογγύζω to thru-grumble (v.)
διαγορεύω [LXX] to ??? (v.)
διαγρηγορέω to ??? (v.)
διάγω to thru-lead (v.)
διαδέχομαι to ??? (v.)
διάδημα, -ατος, τό diadem (n.)
διαδίδωμι to ??? (v.)
διάδοχος, -οῦ, ὁ and ἡ ??? (n.)
διαδύνω [LXX] to ??? (v.)
διαζώννυμι to ??? (v.)
διαθήκη, -ης, ἡ covenant (n.)
διαίρεσις, -εως, ἡ ??? (n.)
διαιρέω to ??? (v.)
διακαθαίρω to purge (v.)
διακαθαρίζω to ??? (v.)
διακαθίζω [LXX] to ??? (v.)
διακατελέγχομαι to ??? (v.)
διακλάω [LXX] to ??? (v.)
διακονέω to serve (v.)
διακονία, -ας, ἡ service (n.)
διάκονος, -ου, ὁ and ἡ deacon (n.)
διακόσιοι -αι -α two hundred (adj.)
διακούω to give someone a hearing (v.)
διακρίνω to differentiate (v.)
διάκρισις, -εως, ἡ differentiation (n.)
διακωλύω to prevent (v.)
διαλαλέω to discuss (v.)
διαλέγομαι to deliberate (v.)
διαλείπω to Cease [thru] (v.)
διάλεκτος, -ου, ἡ dialect (n.)
διαλλάσσω to reconcile (v.)
διαλογίζομαι to deliberate (v.)
διαλογισμός, -οῦ, ὁ deliberation (n.)
διαλύω to scatter (v.)
διαμαρτύρομαι to solemnize (v.)
διαμάχομαι to ??? (v.)
διαμένω to continue (v.)
διαμερίζω to divide (v.)
διαμερισμός, -οῦ, ὁ division (n.)
διανέμω to ??? (v.)
διανεύω to gesture (v.)
διανήθω [LXX] to ??? (v.)
διανθίζω [LXX] to adorn with flowers (v.)
διανοέομαι [LXX] to ??? (v.)
διανόημα, -ατος, τό thought (n.)
διάνοια, -ας, ἡ dia-mind, throughout-mind (n.)
* διανοίγω to open up-all-the-way (v.)
διανυκτερεύω to spend the whole night (v.)
διανύω to complete (v.)
διαξαίνω [LXX] to ??? (v.)
διαπαντός [t.r.] throughout (adv.)
διαπαρατριβή v.l. παραδια-, -ῆς, ἡ wrangling (n.)
διαπεράω to cross over (v.)
διαπετάννυμι [LXX] to ??? (v.)
διαπίπτω [LXX] to ??? (v.)
διαπλέω to ??? (v.)
διαπονέομαι to be annoyed (v.)
διαπορεύομαι to pass through (v.)
διαπορέω to ??? (v.)
διαπραγματεύομαι to gain by trading (v.)
διαπρίω to be infuriated (v.)
διαρπάζω to ??? (v.)
διαρρήγνυμι/-ρρήσσω to ??? (v.)
διαρρήσσω (s. -ρρήγνυμι) to ??? (v.)
διαρτίζω [LXX] to ??? (v.)
διασαλεύω [LXX] to ??? (v.)
διασαφέω to explain (v.)
διασείω to extort (v.)
διασκευάζω [LXX] to ??? (v.)
διασκορπίζω to scatter (v.)
διασπάω to ??? (v.)
διασπείρω to scatter (v.)
διασπορά, -ᾶς, ἡ diaspora (n.)
διαστέλλω to ??? (v.)
διάστημα, -ατος, τό distinguishing (n.)
διαστολή, -ῆς, ἡ distinction (n.)
διαστρέφω to ??? (v.)
διασυρίζω [LXX] to whistle (v.)
διασῴζω to ??? (v.)
διαταγή, -ῆς, ἡ direction (n.)
διάταγμα, -ατος, τό edict (n.)
διαταράσσω to ??? (v.)
διατάσσω to ??? (v.)
διατελέω to ??? (v.)
διατηρέω to ??? (v.)
διατί [t.r.] wherefore (adv.)
διατίθημι to make covenant (v.)
διατρίβω to stay (v.)
διατροφή, -ῆς, ἡ sustenance (n.)
διαυγάζω to ??? (v.)
διαυγής -ές transparent (adj.)
διαφαίνω [LXX] to ??? (v.)
διαφανής -ές [LXX] transparent (adj.)
* διαφέρω to carry through (v.)
διαφεύγω to thru-flee (v.)
διαφημίζω to ??? (v.)
διαφθείρω to ruin (v.)
διαφθορά, -ᾶς, ἡ decay (n.)
διάφορος -ον different (adj.)
διαφορώτερος -τέρα -ον more different (adj.)
διαφυλάσσω/-φυλάττω to ??? (v.)
διαφυλάττω (s. -φυλάσσω) to ??? (v.)
διαχειρίζω to ??? (v.)
διαχέω [LXX] to spread (v.)
διαχλευάζω to ??? (v.)
διαχρίω [LXX] to ??? (v.)
διαχωρίζω to separate (v.)
διάψαλμα, -ατος, τό [LXX] selah (n.)
διαψεύδω [LXX] to ??? (v.)
διδακτικός -ή -όν skillful in teaching (adj.)
διδακτός -ή -όν taught (adj.)
διδασκαλία, -ας, ἡ teaching (n.)
διδάσκαλος, -ου, ὁ teacher (n.)
διδάσκω to teach (v.)
διδαχή, -ῆς, ἡ teaching (n.)
δίδραχμον, -ου, τό double drachma (n.)
δίδυμος[1] -η -ον [LXX] double (adj.)
Δίδυμος[2], -ου, ὁ Didymus (n.)
δίδωμι to give (v.)
διεγείρω to wake up (v.)
διενθυμέομαι to ponder (v.)
διεξέρχομαι to ??? (v.)
διέξοδος, -ου, ἡ dia-exodus (n.)
διερμηνευτής, -οῦ, ὁ translator (n.)
διερμηνεύω to ??? (v.)
διέρχομαι to go through (v.)
διερωτάω to ??? (v.)
διετής -ές of a two-year period (adj.)
διετία, -ας, ἡ two-year period (n.)
διηγέομαι to exposit (v.)
διήγησις, -εως, ἡ narrative (n.)
διηνεκής -ές perpetual (adj.)
διηχέω [LXX] to ??? (v.)
διθάλασσος -ον ??? (adj.)
διϊκνέομαι to ??? (v.)
διΐστημι to ??? (v.)
διϊσχυρίζομαι to ??? (v.)
δικάζω [LXX] to ??? (v.)
δικαιοκρισία, -ας, ἡ fair verdict (n.)
δίκαιος -αία -ον just (adj.)
δικαιοσύνη, -ης, ἡ righteousness (n.)
δικαιότατος -η -ον [LXX] most just (adj.)
δικαιότερος -α -ον [LXX] more just (adj.)
δικαιόω to champion (v.)
δικαίωμα, -ατος, τό ??? (n.)
δικαίως fairly (adv.)
δικαίωσις, -εως, ἡ vindication (n.)
δικαστής, -οῦ, ὁ judge (n.)
δίκη, -ης, ἡ penalty (n.)
δίκτυον, -ου, τό net (n.)
* δίλογος -ον insincere (adj.)
διό (δι’ ὅ) because of which (conj.)
διοδεύω to ??? (v.)
διόλλυμι [LXX] to ??? (v.)
Διονύσιος, -ου, ὁ Dionysius (n.) [Person]
διόπερ ??? (conj.)
διοπετής -ές fallen from heaven (adj.)
διόρθωμα, -ατος, τό improvement (n.)
διόρθωσις, -εως, ἡ improvement (n.)
διορύσσω to rummage (v.)
Διός (s. Ζεύς, Διός, ὁ) Zeus [Person]
Διόσκουροι, -ων, οἱ ??? (n.) [Person]
διότι because of this: that (conj.)
Διοτρέφης, -ους, ὁ Diotrephes (n.) [Person]
διπλάσιος -α -ον [LXX] double/twofold (adj.)
διπλόος -έα -ον (s. διπλοῦς) double/twofold (adj.)
διπλότερος -α -ον twice as much (adj.)
διπλοῦς -ῆ -οῦν a.k.a. διπλόος double/twofold (adj.)
διπλόω to double (v.)
Δίς (s. Ζεύς, Διός, ὁ) Zeus [Person]
δίς twice (adv.)
δισμυριάς, -άδος, ἡ ??? (n.)
διστάζω to ??? (v.)
δίστομος -ον double-edged (adj.)
δισχίλιοι -αι -α two thousand (adj.)
διϋλίζω to ??? (v.)
διυφαίνω [LXX] to ??? (v.)
δίφραξ, -ακος, ἡ [LXX] ??? (n.)
διχάζω to divide in two (v.)
διχοστασία, -ας, ἡ dissension (n.)
διχοτομέω to cut in two (v.)
διψάω to thirst (v.)
δίψος, -ους, τό ??? (n.)
δίψυχος -ον conflicted (adj.)
διωγμός, -οῦ, ὁ persecution (n.)
διώκτης, -ου, ὁ persecutor (n.)
διώκω to pursue/persecute (v.)
διῶρυξ, -υγος, ἡ [LXX] ??? (n.)
διωστήρ, -ῆρος, ὁ [LXX] ??? (n.)
δόγμα, -ατος, τό dogma (n.)
δογματίζω to dogmatize (v.)
δοκέω to seem (v.)
δοκιμάζω to examine (v.)
δοκιμασία, -ας, ἡ examination (n.)
δοκιμή, -ῆς, ἡ attestation/attestedness (n.)
δοκίμιον, -ου, τό testing (n.)
δόκιμος -ον attested (adj.)
* δοκός, -οῦ, ἡ beam (n.)
δόλιος -ία -ον deceitful (adj.)
δολιόω to ??? (v.)
δόλος, -ου, ὁ guile (n.)
δολόω to ??? (v.)
δόμα, -ατος, τό gift (n.)
δόξα, -ης, ἡ glory/awesomeness (n.)
δοξάζω to glorify (v.)
Δορκάς, -άδος, ἡ ??? (n.) [Person]
δόρυ, δόρατος, τό spear (n.)
δόσις, -εως, ἡ giving (n.)
δότης, -ου, ὁ giver (n.)
δουλαγωγέω to enslave (v.)
δουλεία, -ας, ἡ slavery (n.)
δουλεύω to obey (v.)
δούλη, -ης, ἡ slave girl (n.)
δοῦλος[1] -η -ον servile (adj.)
δοῦλος[2], -ου, ὁ slave (n.)
δουλόω to enslave (v.)
δοχή, -ῆς, ἡ feast (n.)
δράκων, -οντος, ὁ dragon (n.)
δράξ, -ακός, ἡ [LXX] handful (n.)
δράσσομαι to ??? (v.)
* δραχμή, -ῆς, ἡ drachma (n.)
δρέμω (s. τρέχω) to run (v.)
δρέπανον, -ου, τό sickle (n.)
δρόμος, -ου, ὁ course (n.)
Δρούσιλλα, -ης, ἡ Drusilla (n.) [Person]
δῦμι (s. δύνω) to ??? (v.)
δύναμαι to able (v.)
δύναμις, -εως, ἡ ability (n.)
δυναμόω to empower (v.)
δυνάστης, -ου, ὁ sovereign (n.)
δυνατέω to be effective (v.)
δυνατός -ή -όν capable (adj.)
δυνατώτερος -α -ον [LXX] more powerful (adj.)
δύνω/δύω to ??? (v.)
δύο, gen. δύο, dat. δυσί(ν), acc. δύο two (adj.)
δυσβάστακτος -ον hard to bear (adj.)
δυσεντερία, -ας, ἡ (s. -τέριον) dysentery (n.)
δυσεντέριον, -ου, τό v.l. -τερία, -ας, ἡ dysentery (n.)
δυσερμήνευτος -ον hard to explain (adj.)
δύσις, -εως, ἡ west (n.)
δύσκολος -ον difficult (adj.)
δυσκόλως with difficulty (adv.)
δύσκωφος -ον [LXX] hard-of-hearing (adj.)
δυσμή, -ῆς, ἡ west (n.)
δυσνοέω [LXX] to ??? (v.)
δυσνόητος -ον hard to understand (adj.)
δυσφημέω to ??? (v.)
δυσφημία, -ας, ἡ ??? (n.)
δύω (s. δύνω) to ??? (v.)
δώδεκα/δεκαδύο twelve (adj.)
δωδέκατος -η -ον twelfth (adj.)
δωδεκάφυλος -ον of twelve tribes (adj.)
δῶμα, -ατος, τό roof (n.)
δωρεά, -ᾶς, ἡ gift (n.)
δωρεάν freely (adv.)
δωρέομαι to ??? (v.)
δώρημα, -ατος, τό gift (n.)
δῶρον, -ου, τό gift (n.)
Δαβίδ, ὁ (s. Δαυίδ) David (n.) [Person]
ΔΑΔ David [Nomen Sacrum]
δαιμονίζομαι to ??? (v.)
δαιμόνιον, -ου, τό demon (n.)
δαιμονιώδης -ες demon-like (adj.)
δαίμων, -ονος, ὁ demon (n.)
δάκνω to bite (v.)
δάκρυον, -ου, τό tear (n.)
δακρύω to cry (v.)
δακτύλιος, -ου, ὁ ring (n.)
δάκτυλος, -ου, ὁ finger (n.)
Δαλμανουθά, ὁ Dalmanutha (n.) [Place]
Δαλματία, -ας, ἡ Dalmatia (n.) [Place]
δαμάζω to subdue (v.)
δάμαλις, -εως, ἡ heifer (n.)
Δάμαρις, -ιδος, ἡ Damaris (n.) [Person]
Δαμασκηνός -ή -όν from Damascus (adj.)
Δαμασκός, -οῦ, ὁ Damascus (n.) [Place]
δαν(ε)ίζω to ??? (v.)
δάν(ε)ιον, -ου, τό loan
δαν(ε)ιστής, -οῦ, ὁ money lender
Δανιήλ, ὁ Daniel (n.) [Person]
δαπανάω to deplete (v.)
δαπάνη, -ης, ἡ cost (n.)
δασέως [LXX] ??? (adv.)
δασύς -εῖα -ύ [LXX] shaggy (adj.)
Δαυίδ v.l. Δαβίδ, ὁ David (n.) [Person]
δέ But also
δέησις, -εως, ἡ plea (n.)
δεῖ (s. δέω) to bind (v.)
δεῖγμα, -ατος, τό ??? (n.)
δειγματίζω to ??? (v.)
δείκνυμι a.k.a. δεικνύω to show (v.)
δεικνύω (s. δείκνυμι) to show (v.)
δειλία, -ας, ἡ cowardice/timidity (n.)
δειλιάω to cower (v.)
δειλός -ή -όν cowardly (adj.)
* δεῖνα, ὁ, ἡ, τό certain someone (pron.)
δεινός -ή -όν [LXX] dreadful (adj.)
δεινῶς dreadfully (adv.)
δειπνέω to dine (v.)
δεῖπνον, -ου, τό supper (n.)
δεισιδαιμονέστερος -α -ον more religious (adj.)
δεισιδαιμονία, -ας, ἡ religion (n.)
δεισιδαίμων -ον [EXTRA] religious (adj.)
δέκα ten (adj.)
δεκαδύο (s. δώδεκα) twelve (adj.)
δεκαέξ/ἑκκαίδεκα [LXX] sixteen (adj.)
δεκαοκτώ/ὀκτωκαίδεκα eighteen (adj.)
δεκαπέντε/πεντεκαίδεκα fifteen (adj.)
δεκαπλασίων -ον [LXX] tenfold (adj.)
δεκαπλασίως [LXX] tenfold-ly (adv.)
* Δεκάπολις, -εως, ἡ Decapolis (n.) [Place]
δεκατέσσαρες -α fourteen (adj.)
δεκάτη (s. δέκατος) tenth (adj.)
δέκατος -η -ον tenth (adj.)
δεκατόω to collect tithes (v.)
δεκτός -ή -όν acceptable (adj.)
δελεάζω to entice (v.)
δελθ [LXX] daleth (Heb.)
δένδρον, -ου, τό tree (n.)
δεξιολάβος, -ου, ὁ ??? (n.)
δεξιός -ά -όν right (adj.)
δέομαι to need/require (v.)
δέον (s. δέω) to bind (v.)
δέος, -ους, τό fear (n.)
Δερβαῖος -α -ον Derbian (adj.)
Δέρβη, -ης, ἡ Derbe (n.) [Place]
δέρμα, -ατος, τό skin (n.)
δερμάτινος -η -ον leather (adj.)
δέρω to beat (v.)
δεσμά, -ῶν, τά (s. δεσμός) restraint (n.)
δεσμεύω v.l. -μέω to bind (v.)
δεσμέω (s. -μεύω) to bind (v.)
δέσμη, -ης, ἡ ??? (n.)
δέσμιος[1] (-ία) -ον [LXX] bound (adj.)
δέσμιος[2], -ου, ὁ prisoner (n.)
δεσμός, -οῦ, ὁ and δεσμά, -ῶν, τά restraint (n.)
δεσμοφύλαξ, -ακος, ὁ jailer (n.)
δεσμωτήριον, -ου, τό prison (n.)
δεσμώτης, -ου, ὁ prisoner (n.)
* δεσπότης, -ου, ὁ despot (n.)
δεῦρο come!/here and now (adv.)
δεῦτε come (adv.)
δευτεραῖος -αία -ον of a two-day period (adj.)
δευτερόπρωτος -ον ??? (adj.)
δεύτερος -α -ον second (adj.)
δέχομαι to receive (v.)
δέω to bind (v.)
δή indeed
δῆλος -η -ον evident (adj.)
δηλόω to disclose (v.)
Δημᾶς, -ᾶ, ὁ Demas (n.) [Person]
δημηγορέω to speak publically (v.)
Δημήτριος, -ου, ὁ Demetrius (n.) [Person]
δημιουργός, -οῦ, ὁ builder (n.)
δῆμος, -ου, ὁ ??? (n.)
δημόσιος -ία -ον public (adj.)
δηνάριον, -ου, τό denarius (n.)
δήποτε at any time (adv.)
δήπου of course (adv.)
Δία (s. Ζεύς, Διός, ὁ) Zeus [Person]
διά because of (+acc), through (+gen) (prep.)
διαβαίνω to cross over (v.)
διαβάλλω to ??? (v.)
διαβεβαιόομαι to insist (v.)
διαβιβάζω [LXX] to ??? (v.)
διαβλέπω to ??? (v.)
διάβολος -ον diabolical (adj.)
διαγγέλλω to ??? (v.)
διαγίνομαι to ??? (v.)
διαγινώσκω to diagnose (v.)
διαγνωρίζω to give an exact report (v.)
διάγνωσις, -εως, ἡ diagnosis (n.)
διαγογγύζω to thru-grumble (v.)
διαγορεύω [LXX] to ??? (v.)
διαγρηγορέω to ??? (v.)
διάγω to thru-lead (v.)
διαδέχομαι to ??? (v.)
διάδημα, -ατος, τό diadem (n.)
διαδίδωμι to ??? (v.)
διάδοχος, -οῦ, ὁ and ἡ ??? (n.)
διαδύνω [LXX] to ??? (v.)
διαζώννυμι to ??? (v.)
διαθήκη, -ης, ἡ covenant (n.)
διαίρεσις, -εως, ἡ ??? (n.)
διαιρέω to ??? (v.)
διακαθαίρω to purge (v.)
διακαθαρίζω to ??? (v.)
διακαθίζω [LXX] to ??? (v.)
διακατελέγχομαι to ??? (v.)
διακλάω [LXX] to ??? (v.)
διακονέω to serve (v.)
διακονία, -ας, ἡ service (n.)
διάκονος, -ου, ὁ and ἡ deacon (n.)
διακόσιοι -αι -α two hundred (adj.)
διακούω to give someone a hearing (v.)
διακρίνω to differentiate (v.)
διάκρισις, -εως, ἡ differentiation (n.)
διακωλύω to prevent (v.)
διαλαλέω to discuss (v.)
διαλέγομαι to deliberate (v.)
διαλείπω to Cease [thru] (v.)
διάλεκτος, -ου, ἡ dialect (n.)
διαλλάσσω to reconcile (v.)
διαλογίζομαι to deliberate (v.)
διαλογισμός, -οῦ, ὁ deliberation (n.)
διαλύω to scatter (v.)
διαμαρτύρομαι to solemnize (v.)
διαμάχομαι to ??? (v.)
διαμένω to continue (v.)
διαμερίζω to divide (v.)
διαμερισμός, -οῦ, ὁ division (n.)
διανέμω to ??? (v.)
διανεύω to gesture (v.)
διανήθω [LXX] to ??? (v.)
διανθίζω [LXX] to adorn with flowers (v.)
διανοέομαι [LXX] to ??? (v.)
διανόημα, -ατος, τό thought (n.)
διάνοια, -ας, ἡ dia-mind, throughout-mind (n.)
* διανοίγω to open up-all-the-way (v.)
διανυκτερεύω to spend the whole night (v.)
διανύω to complete (v.)
διαξαίνω [LXX] to ??? (v.)
διαπαντός [t.r.] throughout (adv.)
διαπαρατριβή v.l. παραδια-, -ῆς, ἡ wrangling (n.)
διαπεράω to cross over (v.)
διαπετάννυμι [LXX] to ??? (v.)
διαπίπτω [LXX] to ??? (v.)
διαπλέω to ??? (v.)
διαπονέομαι to be annoyed (v.)
διαπορεύομαι to pass through (v.)
διαπορέω to ??? (v.)
διαπραγματεύομαι to gain by trading (v.)
διαπρίω to be infuriated (v.)
διαρπάζω to ??? (v.)
διαρρήγνυμι/-ρρήσσω to ??? (v.)
διαρρήσσω (s. -ρρήγνυμι) to ??? (v.)
διαρτίζω [LXX] to ??? (v.)
διασαλεύω [LXX] to ??? (v.)
διασαφέω to explain (v.)
διασείω to extort (v.)
διασκευάζω [LXX] to ??? (v.)
διασκορπίζω to scatter (v.)
διασπάω to ??? (v.)
διασπείρω to scatter (v.)
διασπορά, -ᾶς, ἡ diaspora (n.)
διαστέλλω to ??? (v.)
διάστημα, -ατος, τό distinguishing (n.)
διαστολή, -ῆς, ἡ distinction (n.)
διαστρέφω to ??? (v.)
διασυρίζω [LXX] to whistle (v.)
διασῴζω to ??? (v.)
διαταγή, -ῆς, ἡ direction (n.)
διάταγμα, -ατος, τό edict (n.)
διαταράσσω to ??? (v.)
διατάσσω to ??? (v.)
διατελέω to ??? (v.)
διατηρέω to ??? (v.)
διατί [t.r.] wherefore (adv.)
διατίθημι to make covenant (v.)
διατρίβω to stay (v.)
διατροφή, -ῆς, ἡ sustenance (n.)
διαυγάζω to ??? (v.)
διαυγής -ές transparent (adj.)
διαφαίνω [LXX] to ??? (v.)
διαφανής -ές [LXX] transparent (adj.)
* διαφέρω to carry through (v.)
διαφεύγω to thru-flee (v.)
διαφημίζω to ??? (v.)
διαφθείρω to ruin (v.)
διαφθορά, -ᾶς, ἡ decay (n.)
διάφορος -ον different (adj.)
διαφορώτερος -τέρα -ον more different (adj.)
διαφυλάσσω/-φυλάττω to ??? (v.)
διαφυλάττω (s. -φυλάσσω) to ??? (v.)
διαχειρίζω to ??? (v.)
διαχέω [LXX] to spread (v.)
διαχλευάζω to ??? (v.)
διαχρίω [LXX] to ??? (v.)
διαχωρίζω to separate (v.)
διάψαλμα, -ατος, τό [LXX] selah (n.)
διαψεύδω [LXX] to ??? (v.)
διδακτικός -ή -όν skillful in teaching (adj.)
διδακτός -ή -όν taught (adj.)
διδασκαλία, -ας, ἡ teaching (n.)
διδάσκαλος, -ου, ὁ teacher (n.)
διδάσκω to teach (v.)
διδαχή, -ῆς, ἡ teaching (n.)
δίδραχμον, -ου, τό double drachma (n.)
δίδυμος[1] -η -ον [LXX] double (adj.)
Δίδυμος[2], -ου, ὁ Didymus (n.)
δίδωμι to give (v.)
διεγείρω to wake up (v.)
διενθυμέομαι to ponder (v.)
διεξέρχομαι to ??? (v.)
διέξοδος, -ου, ἡ dia-exodus (n.)
διερμηνευτής, -οῦ, ὁ translator (n.)
διερμηνεύω to ??? (v.)
διέρχομαι to go through (v.)
διερωτάω to ??? (v.)
διετής -ές of a two-year period (adj.)
διετία, -ας, ἡ two-year period (n.)
διηγέομαι to exposit (v.)
διήγησις, -εως, ἡ narrative (n.)
διηνεκής -ές perpetual (adj.)
διηχέω [LXX] to ??? (v.)
διθάλασσος -ον ??? (adj.)
διϊκνέομαι to ??? (v.)
διΐστημι to ??? (v.)
διϊσχυρίζομαι to ??? (v.)
δικάζω [LXX] to ??? (v.)
δικαιοκρισία, -ας, ἡ fair verdict (n.)
δίκαιος -αία -ον just (adj.)
δικαιοσύνη, -ης, ἡ righteousness (n.)
δικαιότατος -η -ον [LXX] most just (adj.)
δικαιότερος -α -ον [LXX] more just (adj.)
δικαιόω to champion (v.)
δικαίωμα, -ατος, τό ??? (n.)
δικαίως fairly (adv.)
δικαίωσις, -εως, ἡ vindication (n.)
δικαστής, -οῦ, ὁ judge (n.)
δίκη, -ης, ἡ penalty (n.)
δίκτυον, -ου, τό net (n.)
* δίλογος -ον insincere (adj.)
διό (δι’ ὅ) because of which (conj.)
διοδεύω to ??? (v.)
διόλλυμι [LXX] to ??? (v.)
Διονύσιος, -ου, ὁ Dionysius (n.) [Person]
διόπερ ??? (conj.)
διοπετής -ές fallen from heaven (adj.)
διόρθωμα, -ατος, τό improvement (n.)
διόρθωσις, -εως, ἡ improvement (n.)
διορύσσω to rummage (v.)
Διός (s. Ζεύς, Διός, ὁ) Zeus [Person]
Διόσκουροι, -ων, οἱ ??? (n.) [Person]
διότι because of this: that (conj.)
Διοτρέφης, -ους, ὁ Diotrephes (n.) [Person]
διπλάσιος -α -ον [LXX] double/twofold (adj.)
διπλόος -έα -ον (s. διπλοῦς) double/twofold (adj.)
διπλότερος -α -ον twice as much (adj.)
διπλοῦς -ῆ -οῦν a.k.a. διπλόος double/twofold (adj.)
διπλόω to double (v.)
Δίς (s. Ζεύς, Διός, ὁ) Zeus [Person]
δίς twice (adv.)
δισμυριάς, -άδος, ἡ ??? (n.)
διστάζω to ??? (v.)
δίστομος -ον double-edged (adj.)
δισχίλιοι -αι -α two thousand (adj.)
διϋλίζω to ??? (v.)
διυφαίνω [LXX] to ??? (v.)
δίφραξ, -ακος, ἡ [LXX] ??? (n.)
διχάζω to divide in two (v.)
διχοστασία, -ας, ἡ dissension (n.)
διχοτομέω to cut in two (v.)
διψάω to thirst (v.)
δίψος, -ους, τό ??? (n.)
δίψυχος -ον conflicted (adj.)
διωγμός, -οῦ, ὁ persecution (n.)
διώκτης, -ου, ὁ persecutor (n.)
διώκω to pursue/persecute (v.)
διῶρυξ, -υγος, ἡ [LXX] ??? (n.)
διωστήρ, -ῆρος, ὁ [LXX] ??? (n.)
δόγμα, -ατος, τό dogma (n.)
δογματίζω to dogmatize (v.)
δοκέω to seem (v.)
δοκιμάζω to examine (v.)
δοκιμασία, -ας, ἡ examination (n.)
δοκιμή, -ῆς, ἡ attestation/attestedness (n.)
δοκίμιον, -ου, τό testing (n.)
δόκιμος -ον attested (adj.)
* δοκός, -οῦ, ἡ beam (n.)
δόλιος -ία -ον deceitful (adj.)
δολιόω to ??? (v.)
δόλος, -ου, ὁ guile (n.)
δολόω to ??? (v.)
δόμα, -ατος, τό gift (n.)
δόξα, -ης, ἡ glory/awesomeness (n.)
δοξάζω to glorify (v.)
Δορκάς, -άδος, ἡ ??? (n.) [Person]
δόρυ, δόρατος, τό spear (n.)
δόσις, -εως, ἡ giving (n.)
δότης, -ου, ὁ giver (n.)
δουλαγωγέω to enslave (v.)
δουλεία, -ας, ἡ slavery (n.)
δουλεύω to obey (v.)
δούλη, -ης, ἡ slave girl (n.)
δοῦλος[1] -η -ον servile (adj.)
δοῦλος[2], -ου, ὁ slave (n.)
δουλόω to enslave (v.)
δοχή, -ῆς, ἡ feast (n.)
δράκων, -οντος, ὁ dragon (n.)
δράξ, -ακός, ἡ [LXX] handful (n.)
δράσσομαι to ??? (v.)
* δραχμή, -ῆς, ἡ drachma (n.)
δρέμω (s. τρέχω) to run (v.)
δρέπανον, -ου, τό sickle (n.)
δρόμος, -ου, ὁ course (n.)
Δρούσιλλα, -ης, ἡ Drusilla (n.) [Person]
δῦμι (s. δύνω) to ??? (v.)
δύναμαι to able (v.)
δύναμις, -εως, ἡ ability (n.)
δυναμόω to empower (v.)
δυνάστης, -ου, ὁ sovereign (n.)
δυνατέω to be effective (v.)
δυνατός -ή -όν capable (adj.)
δυνατώτερος -α -ον [LXX] more powerful (adj.)
δύνω/δύω to ??? (v.)
δύο, gen. δύο, dat. δυσί(ν), acc. δύο two (adj.)
δυσβάστακτος -ον hard to bear (adj.)
δυσεντερία, -ας, ἡ (s. -τέριον) dysentery (n.)
δυσεντέριον, -ου, τό v.l. -τερία, -ας, ἡ dysentery (n.)
δυσερμήνευτος -ον hard to explain (adj.)
δύσις, -εως, ἡ west (n.)
δύσκολος -ον difficult (adj.)
δυσκόλως with difficulty (adv.)
δύσκωφος -ον [LXX] hard-of-hearing (adj.)
δυσμή, -ῆς, ἡ west (n.)
δυσνοέω [LXX] to ??? (v.)
δυσνόητος -ον hard to understand (adj.)
δυσφημέω to ??? (v.)
δυσφημία, -ας, ἡ ??? (n.)
δύω (s. δύνω) to ??? (v.)
δώδεκα/δεκαδύο twelve (adj.)
δωδέκατος -η -ον twelfth (adj.)
δωδεκάφυλος -ον of twelve tribes (adj.)
δῶμα, -ατος, τό roof (n.)
δωρεά, -ᾶς, ἡ gift (n.)
δωρεάν freely (adv.)
δωρέομαι to ??? (v.)
δώρημα, -ατος, τό gift (n.)
δῶρον, -ου, τό gift (n.)