Sign In | New Login | Edit Anonymously
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Annoted Lexical Entries

* ἀγρυπνέω to want for sleep (v.)
* αἰτέω to ask (v.)
* αἰώνιος -ία -ον age-long/ unending (adj.)
* Ἁκελδαμά (s. Ἁκελδαμάχ) Akeldama (Heb./Aram.)
* Ἁκελδαμάχ v.l. -δαμά Akeldama (Heb./Aram.)
* ἀκρογωνιαῖος -α -ον apex-corner (adj.)
* ἅλας, -ατος, τό salt (n.)
* ἅλς, ἁλός, ὁ salt (n.)
* ἀναιρέω to kill (v.)
* ἅπας ἅπασα ἅπαν every (adj.)
* ἀποχωρέω to go away (v.)
* ἅπτομαι (s. ἅπτω) to grasp (v.)
* ἅπτω to grasp (v.)
* ἄραγε [t.r.] ???
* Ἁρέτας v.l. Ἀ-, -α, ὁ Hâritat/Aretas (n.)
* ἀριστερός -ά -όν left (adj.)
* ἀρσενοκοίτης, -ου, ὁ homosexual (n.)
* ἀρχηγός, -οῦ, ὁ trailblazer (n.)
* ἀσκός, -οῦ, ὁ wine-skin (n.)
* ἀσχημοσύνη, -ης, ἡ disgracefulness (n.)
* αὐθεντέω to domineer/boss around (v.)
* αὔριον next day/tomorrow (adv.)
* αὐτοῦ[1] here/there (adv.)
* βατταλογέω v.l. βαττο- to babble (v.)
* βαττολογέω (s. βαττα-) to babble (v.)
* βιβρώσκω to eat (v.)
* βλασφημέω to blaspheme/disparage (v.)
* Βόες and Βόος v.l. Βόοζ, ὁ Boaz (n.)
* Βόοζ, ὁ (s. Βόες) Boaz (n.)
* Βόος, ὁ (s. Βόες) Boaz (n.)
* βουλή, -ῆς, ἡ will/plan/intent (n.)
* βούλημα, -ατος, τό plan/intention (n.)
* γένεσις, -εως, ἡ begetting (n.)
* γόης, -ητος, ὁ imposter (n.)
* Γόμορρα, -ων, τά and -ας, ἡ Gomorrah (n.)
* γωνία, -ας, ἡ corner (n.)
* δεῖνα, ὁ, ἡ, τό certain someone (pron.)
* Δεκάπολις, -εως, ἡ Decapolis (n.)
* δεσπότης, -ου, ὁ master (n.)
* διανοίγω to open up-all-the-way (v.)
* διαφέρω to surpass/carry through (v.)
* δίλογος -ον insincere (adj.)
* δοκός, -οῦ, ἡ beam (n.)
* δραχμή, -ῆς, ἡ drachma (n.)
* ἔα ea! (interj.)
* ἐγκράτεια, -είας, ἡ self-control (n.)
* ἔδομαι (s. ἐσθίω) to eat/ devour (v.)
* εἰδέα v.l. ἰδέα, -ας, ἡ appearance (n.)
* ἕκαστος -η -ον each-separately (adj.)
* ἑκατοντάρχης and -χος, -ου, ὁ centurion (n.)
* ἑκατόνταρχος, -ου, ὁ (s. -χης) centurion (n.)
* ἐκβάλλω to cast-out (v.)
* Ἑλληνιστής, -οῦ, ὁ Hellenist (n.)
* ἐνδιδύσκω to clothe-in (v.)
* ἐξουσία, -ας, ἡ authority (n.)
* ἐπαγγέλλομαι to promise (v.)
* ἐπαύριον tomorrow (adv.)
* ἐπιγινώσκω to recognize (v.)
* ἐπιζητέω to earnestly seek (v.)
* ἐπιλανθάνομαι to neglect (v.)
* ἐπίσκοπος, -ου, ὁ overseer (n.)
* ἐπίσταμαι (not to be confused with ἐφίστημι) to understand (v.)
* ἐπιτιμάω to enjoin/warn/command (v.)
* ἐπιφαύσκω to ??? (v.)
* ἐπουράνιος -ον heavenly (adj.)
* ἔρις, -ιδος, ἡ strife (n.)
* ἔρχομαι to come (v.)
* ἐσθίω, ἔσθω to eat/ devour (v.)
* ἔσθω (s. ἐσθίω) to eat/ devour (v.)
* εὐεργέτης, -οῦ, ὁ benefactor (n.)
* εὐρακύλων, -ωνος, ὁ northeaster (n.)
* εὐφραίνω to celebrate/rejoice (v.)
* εὐώνυμος -ον left (adj.)
* ἔχιδνα, -ης, ἡ viper (n.)
* ἔχω to have (v.)
* ζῆλος, -ου, ὁ and -ους, τό zeal/emulation (n.)
* ζυγός, -οῦ, ὁ yoke/scale (n.)
* ἤ[1] or/than
* ἥκω to arrive (v.)
* Ἡρῴδης, -ου, ὁ Herod (n.)
* Ἡρῳδιανοί, -ῶν, οἱ Herodians (n.)
* θεότης, -ητος, ἡ godess (n.)
* θρηνέω to lament (v.)
* θύελλα, -ης, ἡ tempest (n.)
* ἰδέα, -ας, ἡ (s. εἰδέα) appearance (n.)
* ἱεροπρεπής -ές befitting sanctity (adj.)
* Ἱεροσόλυμα, -ων, τά and -ας, ἡ and Ἰερουσαλήμ v.l. Ἱ-, ἡ indecl. Jerusalem (n.)
* Ἰερουσαλήμ v.l. Ἱ-, ἡ (s. Ἱεροσολυμα) Jerusalem (n.)
* ἵλεως -ων propitious (adj.)
* Ἰσκαριώθ, ὁ indecl. and -ώτης, -ου, ὁ Iscariot (n.)
* Ἰσκαριώτης, -ου, ὁ (s. -ώθ) Iscariot (n.)
* ἰσχύς, -ύος, ἡ strength (n.)
* ἰῶτα, τό iota (n.)
* κάρφος, -ους, τό chip (n.)
* καταβολή, -ῆς, ἡ deposit (n.)
* καταγινώσκω to convict (v.)
* καταντάω to arrive (v.)
* κεντυρίων, -ωνος, ὁ centurion (n.)
* κεράννυμι to mix (v.)
* κέρκωψ, -ωπος, ὁ [LXX] jokester (n.)
* κοπιάω to toil (v.)
* κορβᾶν sacrificial offering (Heb./Aram.)
* κράζω to cry-out (v.)
* κράτος, -ους, τό might (n.)
* κρείσσων -ον (s. κρείττων) better/superior (adj.)
* κρείττων -ον and κρείσσων -ον better/superior (adj.)
* λαῖλαψ, -απος, ἡ squall (n.)
* Λεγεών[2], -ῶνος, ὁ (s. Λεγι-) Legion (n.)
* Λεγιών[2] v.l. Λεγε-, -ῶνος, ὁ Legion (n.)
* λείπω to lack (v.)
* λόγος, -ου, ὁ word (n.)
* μᾶλλον more/rather (adv.)
* μάχαιρα, -ας and -ης, ἡ sword (n.)
* μεγαλοπρεπής -ές becoming great (adj.)
* μέλλω to be about to (v.)
* μέλος, -ους, τό member (n.)
* μέρος, -ους, τό part/piece (n.)
* μισέω to hate/detest (v.)
* μνᾶ, -ᾶς, ἡ mina (n.)
* μνεία, -ας, ἡ remembrance (n.)
* μονόκερως, -ωτος, ὁ unicorn (n.)
* μύριοι -αι -α ten thousand/innumerable (adj.)
* ξενίζω to treat-as-strange/foreign (v.)
* ξένος -η -ον strange/foreign (adj.)
* ὄνομα, -ατος, τό name (n.)
* ὀνομάζω to name (v.)
* ὄνος, -ου, ὁ and ass/donkey (n.)
* ὀπώρα, -ας, ἡ fruit (n.)
* ὀργή, -ῆς, ἡ wrath/anger (n.)
* ὄρνις, -ιθος, ἡ, ὁ and ὄρνις, -εως, ἡ, ὁ chicken (n.)
* ὅστις ἥτις ὄ τι one/such-who/which/that (pron.)
* οὐά aha! (interj.)
* οὗτος αὕτη τοῦτο this (pron.)
* παῖς, -αιδός, ὁ and child/servant (n.)
* παλαιότης, -ητος, ἡ oldness (n.)
* παράκλητος, -ου, ὁ intercessor (n.)
* παραλύω to paralyze (v.)
* Πάτμος, -ου, ὁ Patmos (n.)
* πένης, -ητος, ὁ poor person (n.)
* πενθέω to grieve (v.)
* πένθος, -ους, τό grief (n.)
* περισσεύω to make-abound (v.)
* περιστερά, -ας, ἡ pigeon (n.)
* πῆχυς, -εως and -εος, ὁ cubit (n.)
* πίστις, -εως, ἡ faith (n.)
* πολύς πολλή πολύ much (adj.)
* πορεύω to go (v.)
* πόρνος, -ου, ὁ promiscuous person (n.)
* πρᾶος v.l. πρᾷος -ον (s. πραΰς) meek/tame (adj.)
* πραΰς v.l. πρᾳΰς πραεῖα πραΰ, gen. sg. πραέος and πραέως, and πρᾶος v.l. πρᾷος -ον meek/tame (adj.)
* προείδω (s. προοράω) to foresee (v.)
* προοράω to foresee (v.)
* προσκαλέω to summon (v.)
* ῥάσσω/ῥήσσω[2] [LXX] to strike (v.)
* ῥήσσω[2] (s. ῥάσσω) to strike (v.)
* Σαβαώθ Sabaoth (Heb./Aram.)
* Σαλωμών[1], ὁ (s. Σολομών[1]) Solomon (n.)
* Σαλωμῶν[2] (s. Σολομών[1]) Solomon (n.)
* Σαμαρεῖτις, -ιδος, ἡ (s. -ρῖτις) Samaritan (n.)
* Σαμαρῖτις v.l. -ρεῖτις, -ιδος, ἡ Samaritan (n.)
* σανδάλιον, -ου, τό sandal (n.)
* Σατάν, ὁ (s. σατανᾶς) adversary, opponent (n.)
* σατανᾶς, -ᾶ, ὁ vv.ll. Σατανᾶς, -ᾶ, ὁ and Σατάν, ὁ indecl. adversary, opponent (n.)
* σίναπι, -εως, τό mustard plant (n.)
* σινδών, -όνος, ἡ sheet (n.)
* Σιών, ἡ Zion (n.)
* σκηνόω to settle (v.)
* σκιρτάω to gambol (v.)
* σκύβαλον, -ου, τό garbage (n.)
* Σολομών[1], -ῶνος, ὁ and Σολομῶν[2], -ῶντος, ὁ and Σαλωμῶν[1], ὁ indecl. and Σαλωμῶν[2], -ῶντος, ὁ Solomon (n.)
* σπλάγχνον, -ου, τό viscus (n.)
* στάσις, -εως, ἡ station/place (n.)
* στατήρ, -ῆρος, ὁ stater (n.)
* στοιχεῖον, -ου, τό principle (n.)
* συγγενής -ές cognate (adj.)
* συκάμινος, -ου, ἡ mulberry (sycamine) tree (n.)
* συλαγωγέω (σύλη, not συν-) to take captive (v.)
* συλλαμβάνω to seizing (v.)
* σύνεσις, -εως, ἡ insight/discernment (n.)
* σφάζω to slay (v.)
* τάλαντον, -ου, τό talent (n.)
* τροφός, -οῦ, ἡ wet nurse (n.)
* ὑπερνικάω to prevail with certainty (v.)
* ὑπόδημα, -ατος, τό sandal (n.)
* φάγομαι (s. ἐσθίω) to eat/ devour (v.)
* φθόγγος, -ου, ὁ sound (n.)
* Φοινικών, -ῶνος, ὁ [LXX] City of Palm Trees (n.)
* φωλεός, -οῦ, ὁ burrow (n.)
* φωσφόρος -ον light-bearing (adj.)
* χάρις, -ιτος, ἡ favor/grace (n.)
* χάρισμα, -ατος, τό free-gift (n.)
* χείμαρρος/-ρρους, -ου, ὁ torrent-wave (n.)
* χειμάρρους, -ου, ὁ (s. -ρρος) torrent-wave (n.)
* χλωρός -ά -όν greenish yellow (adj.)
* χρή it is fated
* ψάλλω to pluck (an instrument) (v.)

Copyright 2007-2017 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Thursday, 21-Sep-2017 02:45:52 EDT

CATEGORIES

TEXTS

RESOURCES

ABOUT

The Kata Biblon Wiki Lexicon of the Greek New Testament is a publicly editable dictionary of the Greek New Testament and Septuagint.

www.katabiblon.com

OPTIONS



KEYMAP

abgdezhqiklm
αβγδεζηθικλμ
nxoprstufcyw
νξοπρστυφχψω
)(/\=|+'v@#*
᾿ ͺ¨ϝϛʹ%
Wildcard: %